Άνθος
"Ο ραγισμένος σπόρος δεν θρηνεί το κέλυφος"
Η Πληγή
Το χώμα σε κρατούσε σφιχτά· εσύ το έλεγες καταφύγιο. Ο χυμός σου έπηξε σε μέλι. Η ακινησία ήταν γαλήνη. Εποχή με την εποχή, δεν επέζησες τον χειμώνα – τον μιμήθηκες. Απο πάνω, ο παγετός έχει φύγει εδώ και χρόνια. Όμως εσύ, ακόμα σφίγγεσαι ενάντια σε μια εποχή που έχει περάσει. Η πρώτη ζέστη βρίσκει μια ρωγμή. Εισχωρεί όπως το νερό στον ξερό σπόρο: αργά, έπειτα απότομα, ξεκολλώντας βίαια κάθε στρώμα από το επόμενο. Αναρωτιέσαι αν το κρύο ήταν τελικά το μόνο που σε κρατούσε ακέραιο.
Η Οδός
Το κέλυφος σφίγγει. Ο χυμός λιμνάζει στις φλέβες σου καθώς πασχίζεις να κλείσεις το ρήγμα. Ήσουν σπόρος τόσο καιρό, που το να μαλακώσεις μοιάζει με θάνατο. Ένα πρωί το κέλυφος υποχωρεί, αθόρυβα σαν ανάσα, πολύ στενό για όσα έκρυβε. Φως πλημμυρίζει ιστούς άγγιχτους από τον ήλιο. Το σώμα σου δεν ξεχωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στο να ανοίγεις και στο να σε ανοίγουν. Προσπαθείς να ενώσεις ξανά τον φλοιό. Όμως η ρίζα ήδη πίνει. Ο βλαστός υψώνεται προσπερνώντας σε, κυριευμένος από μια πείνα αρχαιότερη από τον φόβο σου. Ο μίσχος αγνοεί τι τον έσπρωξε. Αυτό που ανθίζει τώρα, κουβαλά τον χειμώνα στις φλέβες του. Από κάτω κείτεται ο σκισμένος φλοιός: εκείνος ο μικρός ναός της άρνησης σου – άδειος πια, κι ολοκληρωτικά δικός σου.
Η Σκιά
Για να ανθίσεις, το κέλυφος πρέπει να υποχωρήσει. Κάποια κελύφη δεν σπάνε ποτέ. Κάποια σπάνε νωρίς. Ο Υπομονετικός νιώθει τη θαλπωρή και την περιφρονεί. Αν μαλακώσει θα ηττηθεί. Η αδερφή του εμπιστεύτηκε την πρώτη ψεύτικη άνοιξη. Άνοιξε ρόδινη και τρυφερή, μέχρι που γύρισε ο παγετός και την έκαψε κατάμαυρη. Πέθανε κοιτώντας ανατολικά, ένα φύλλο της ακόμα ν' απλώνεται. Χτίζει την αγρυπνία του πάνω απ' το θάνατό της. Κάθε άνοιξη ο χυμός φουσκώνει – προδοσία στις φλέβες του – κι εκείνος τον καταπνίγει. Όχι ακόμα. Ο παγετός μπορεί να γυρίσει. Δεν κάνει λάθος. Ο παγετός μπορεί πάντα να γυρίσει. Κάθε άνοιξη, μένει απαράλλαχτος. Ένας σπόρος. Τέλειος. Σκληρός. Σαπίζει μέσα στο μνημείο της ορθότητας του. ❖ Η Γενναία αρνείται το χώμα. Με το πρώτο άγγιγμα του ήλιου, ξεριζώνεται από τη γη. Οτιδήποτε εκτός από άλλη μια στιγμή στο σκοτάδι. Υψώνεται πριν πιάσουν οι ρίζες της, τρεμάμενη, μεθυσμένη από φως. Για ένα πρωί είναι θαύμα· μυρίζει ωμό μέλι και βρεγμένο χώμα. Ο ήλιος τη χτυπά. Ένα παιδί σταματά να κοιτάξει. Το επόμενο πρωί φέρνει πάγο. Ο μίσχος της στερείται φλοιού, οι ρίζες της βάθους. Αναζητά αποθέματα που δεν φύλαξε ποτέ. Ως την αυγή γίνεται γυαλί – ένα πέταλο ήδη να πέφτει.
Η Τομή
Ποιο κρύο λες πατρίδα;

ΑΝΘΟΣ
Ο ραγισμένος σπόρος δεν θρηνεί το κέλυφος
Άνθος
"Ο ραγισμένος σπόρος δεν θρηνεί το κέλυφος"
Η Πληγή
Το χώμα σε κρατούσε σφιχτά· εσύ το έλεγες καταφύγιο. Ο χυμός σου έπηξε σε μέλι. Η ακινησία ήταν γαλήνη. Εποχή με την εποχή, δεν επέζησες τον χειμώνα – τον μιμήθηκες. Απο πάνω, ο παγετός έχει φύγει εδώ και χρόνια. Όμως εσύ, ακόμα σφίγγεσαι ενάντια σε μια εποχή που έχει περάσει. Η πρώτη ζέστη βρίσκει μια ρωγμή. Εισχωρεί όπως το νερό στον ξερό σπόρο: αργά, έπειτα απότομα, ξεκολλώντας βίαια κάθε στρώμα από το επόμενο. Αναρωτιέσαι αν το κρύο ήταν τελικά το μόνο που σε κρατούσε ακέραιο.
Η Οδός
Το κέλυφος σφίγγει. Ο χυμός λιμνάζει στις φλέβες σου καθώς πασχίζεις να κλείσεις το ρήγμα. Ήσουν σπόρος τόσο καιρό, που το να μαλακώσεις μοιάζει με θάνατο. Ένα πρωί το κέλυφος υποχωρεί, αθόρυβα σαν ανάσα, πολύ στενό για όσα έκρυβε. Φως πλημμυρίζει ιστούς άγγιχτους από τον ήλιο. Το σώμα σου δεν ξεχωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στο να ανοίγεις και στο να σε ανοίγουν. Προσπαθείς να ενώσεις ξανά τον φλοιό. Όμως η ρίζα ήδη πίνει. Ο βλαστός υψώνεται προσπερνώντας σε, κυριευμένος από μια πείνα αρχαιότερη από τον φόβο σου. Ο μίσχος αγνοεί τι τον έσπρωξε. Αυτό που ανθίζει τώρα, κουβαλά τον χειμώνα στις φλέβες του. Από κάτω κείτεται ο σκισμένος φλοιός: εκείνος ο μικρός ναός της άρνησης σου – άδειος πια, κι ολοκληρωτικά δικός σου.
Η Σκιά
Για να ανθίσεις, το κέλυφος πρέπει να υποχωρήσει. Κάποια κελύφη δεν σπάνε ποτέ. Κάποια σπάνε νωρίς. Ο Υπομονετικός νιώθει τη θαλπωρή και την περιφρονεί. Αν μαλακώσει θα ηττηθεί. Η αδερφή του εμπιστεύτηκε την πρώτη ψεύτικη άνοιξη. Άνοιξε ρόδινη και τρυφερή, μέχρι που γύρισε ο παγετός και την έκαψε κατάμαυρη. Πέθανε κοιτώντας ανατολικά, ένα φύλλο της ακόμα ν' απλώνεται. Χτίζει την αγρυπνία του πάνω απ' το θάνατό της. Κάθε άνοιξη ο χυμός φουσκώνει – προδοσία στις φλέβες του – κι εκείνος τον καταπνίγει. Όχι ακόμα. Ο παγετός μπορεί να γυρίσει. Δεν κάνει λάθος. Ο παγετός μπορεί πάντα να γυρίσει. Κάθε άνοιξη, μένει απαράλλαχτος. Ένας σπόρος. Τέλειος. Σκληρός. Σαπίζει μέσα στο μνημείο της ορθότητας του. ❖ Η Γενναία αρνείται το χώμα. Με το πρώτο άγγιγμα του ήλιου, ξεριζώνεται από τη γη. Οτιδήποτε εκτός από άλλη μια στιγμή στο σκοτάδι. Υψώνεται πριν πιάσουν οι ρίζες της, τρεμάμενη, μεθυσμένη από φως. Για ένα πρωί είναι θαύμα· μυρίζει ωμό μέλι και βρεγμένο χώμα. Ο ήλιος τη χτυπά. Ένα παιδί σταματά να κοιτάξει. Το επόμενο πρωί φέρνει πάγο. Ο μίσχος της στερείται φλοιού, οι ρίζες της βάθους. Αναζητά αποθέματα που δεν φύλαξε ποτέ. Ως την αυγή γίνεται γυαλί – ένα πέταλο ήδη να πέφτει.
Η Τομή
Ποιο κρύο λες πατρίδα;