Axiomata

Ορισμοί

Δίγλωσσο γλωσσάρι βασικών όρων των Αξιωμάτων. Κάθε εγγραφή έχει σύνδεσμο για άμεση κοινοποίηση.

Ἀγών

Ἀγών (α-ΓΩΝ): Αγώνας, δοκιμή, πεδίο όπου κάτι μαθαίνει τι είναι μέσα στην αντίσταση. Ολυμπιακοί αγώνες, τραγωδίες, δίκες και δημόσιες διαμάχες μπορούσαν όλα να είναι ἀγών. Πρωταγωνιστής είναι ο πρῶτος ἀγωνιστής, εκείνος που βγαίνει μπροστά από τον χορό και παίρνει την ερώτηση στο σώμα του. Αγών είναι η πρώτη γραμματική της ουλής: το ζην ως αναμέτρηση.

Ἀλφάδι

Ἀλφάδι (αλ-ΦΑ-δι): Από το ἀλφάδιον, υποκοριστικό του ἄλφα. Η φούσκα μέσα στο νερό δείχνει την κλίση πριν τη μετρήσει το μάτι. Χτίστες, ξυλουργοί και τεχνίτες το εμπιστεύονται γιατί κάνει το στραβό ορατό. Ἀλφάδι είναι η μικρή διαφάνεια που ζητά από τον κόσμο να ισιώσει.

Ἀναγνώρισις

Ἀναγνώρισις (α-να-ΓΝΩ-ρι-σις): Όρος του Αριστοτέλη στην Ποιητική για τη στιγμή που η άγνοια γίνεται γνώση. Ο Οιδίπους που μαθαίνει τίνος είναι γιος· ο Οδυσσέας που τον αναγνωρίζει η τροφός του από μια παλιά ουλή. Από το ἀναγνωρίζειν: γνωρίζω ξανά, φέρνω στην επιφάνεια αυτό που ήταν κρυμμένο. H γνώση που επιστρέφει ξανά.

Ἀνάμνησις

Ἀνάμνησις (α-ΝΑ-μνη-σις): Ἀνά + μνήμη — η μνήμη που ανεβαίνει. Ο Πλάτωνας στον Μένωνα: η ψυχή αναγνωρίζει αλήθειες που κάπως ήδη ήξερε· η γνώση είναι ανάκληση. Η χριστιανική λειτουργία τη δανείστηκε για το «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν», 'να το κάνετε αυτό για να με θυμάστε'. Ανάμνηση είναι το αλάτι στον άνεμο που το στόμα της ερήμου αναγνωρίζει πριν προλάβει η γλώσσα να το ονομάσει.

Ἀνδρεία

Ἀνδρεία (αν-ΔΡΕΙ-α): Θάρρος, από τον ἀνήρ — άντρας — αν και η αρετή ξεπερνά το φύλο που κουβαλά το όνομά της. Στον Αριστοτέλη είναι η σωστή στάση απέναντι στον φόβο, ιδίως όταν ο κίνδυνος έχει ήδη μπει στο σώμα. Θάρρος δεν είναι να μην τρέμεις· είναι το χέρι που τρέμει και παρ’ όλα αυτά ανάβει το σπίρτο. Ἀνδρεία είναι ό,τι μένει αφού το σώμα έχει ψηφίσει τη φυγή.

Ἄνθος

Ἄνθος (ΑΝ-θος): Λουλούδι, αλλά και το άνθος του προσώπου, η σύντομη ώρα της νιότης. Απ' αυτό έρχονται η ανθολογία, αρχικά η συλλογή λουλουδιών, και το χρυσάνθεμο, το χρυσό άνθος. Οι Έλληνες ονόμασαν το άνθος γι' αυτό που κάνει, όχι γι' αυτό που είναι: την πράξη του ανοίγματος.

Απολογισμός

Απολογισμός (α-πο-λο-γι-ΣΜΟΣ): Από το λογίζομαι — μετρώ, υπολογίζω, δίνω λόγο. Σήμερα είναι ο λογαριασμός μετά την πράξη: η επιστροφή στο ταμείο της ζωής για να δεις τι κόστισε και τι άξιζε. Κάθε απολογισμός είναι δικαστήριο χωρίς κοινό· ο αριθμός σταματά να υπηρετεί την ελπίδα και αρχίζει να λέει την αλήθεια.

Ἀρετή

Ἀρετή (α-ρε-ΤΗ): Αριστεία — η πληρότητα που ταιριάζει σε κάθε πράγμα. Του μαχαιριού η αρετή είναι η κόψη· του αλόγου, το τρέξιμο· του ανθρώπου, η δύναμη που απαντά στη μορφή του. Η ηθική της Ιλιάδας ρωτά όχι μόνο «ήταν σωστό;», αλλά «ήταν άξιο αυτού που είμαι;» Η αρετή είναι ό,τι είσαι στο πλήρες σου τέντωμα.

Ἁρμονία

Ἁρμονία (αρ-μο-ΝΙ-α): Κόρη του Άρη και της Αφροδίτης, γεννημένη εκεί όπου η δύναμη συναντά την επιθυμία. Από τον ἁρμό: την ένωση, την άρθρωση, το σημείο όπου δύο χωριστά μέρη μαθαίνουν να κρατούν. Ο μύθος τη δένει με γάμο και κατάρα· η μουσική τη δένει με αναλογία. Στο μονόχορδο, 2:1 γίνεται οκτάβα και 3:2 πέμπτη: η αρμονία ως συμφιλίωση.

Ἀστερισμός

Ἀστερισμός (α-στε-ρι-ΣΜΟΣ): Από το ἀστήρ — αστέρι· ίδια ινδοευρωπαϊκή ρίζα με το λατινικό stella και το αγγλικό star. Η λέξη δηλώνει αστέρια δεμένα σε σχήμα: όχι αυτό που είναι μόνα τους, αλλά αυτό που κάνουμε κοιτώντας τα μαζί. Ο ίδιος ουρανός χωράει διαφορετικούς αστερισμούς σε κάθε πολιτισμό. Το σχήμα δεν είναι στον ουρανό· είναι στο χέρι που σηκώνεται.

Ἁψίδα

Ἁψίδα (α-ΨΙ-δα): Από το ἁψίς — βρόχος, καμπύλη, δέσιμο. Από την ίδια λέξη περνά και η αγγλική λέξη apse, η ημικυκλική κόγχη του ναού. Η αψίδα δεν νικά τη βαρύτητα· την οργανώνει, στέλνοντας την πίεση δεξιά κι αριστερά. Κάθε αψίδα είναι ένα τόξο που έμαθε να μένει.

Βάθος

Βάθος (ΒΑ-θος): Βυθός, κοίλωμα, ο τόπος κάτω απ' το πόδι. Στα αγγλικά το bathos έγινε αργότερα η κωμική πτώση απ' το υψηλό στο ρηχό: η άβυσσος που αποδεικνύεται λακκούβα. Συγγενεύει με την άβυσσο, αλλά το μάθημά του είναι η κλίμακα. Οι περισσότερες άβυσσοι φτάνουν μόνο ως το γόνατο.

Βάσανος

Βάσανος (ΒΑ-σα-νος): Πρώτα η λυδία λίθος, η σκοτεινή πέτρα που δοκίμαζε τον χρυσό από το χνάρι που άφηνε επάνω της. Από το μέταλλο πέρασε στον άνθρωπο: η δοκιμασία που αποκαλύπτει από τι είναι φτιαγμένη μια ψυχή. Στα νέα ελληνικά έμεινε ως πόνος, η μακρά τριβή της ζωής πάνω στον χαρακτήρα. Βάσανος είναι η πέτρα που ζυγίζει και το χρυσάφι και το πένθος.

Δακτύλιος

Δακτύλιος (δα-ΚΤΥ-λι-ος): Από τον δάκτυλο. Το δαχτυλίδι είναι ο μικρός κύκλος για το δάχτυλο· ο δακτύλιος, ο κύκλος που κρατά το ίχνος του χεριού. Από εδώ και ο δάκτυλος του στίχου, αγγλικά dactyl, το ποιητικό πόδι με τρεις συλλαβές όπως το δάχτυλο έχει τρεις φάλαγγες. Οι δακτύλιοι του δέντρου ονομάστηκαν από κάτι μικρότερο: την άρθρωση ενός χεριού.

Δικαιοσύνη

Δικαιοσύνη (δι-και-ο-ΣΥ-νη): Η δικαιοσύνη — το ερώτημα γύρω από το οποίο στρέφεται η Πολιτεία του Πλάτωνα. Από τη δίκη: κρίση, δίκαιο, η τάξη που βάζει κάθε πράγμα στη θέση που του οφείλεται. Ο Αριστοτέλης την ονομάζει πλήρη αρετή προς τον άλλον, γιατί κάνει την ιδιωτική αρετή υπόλογη στον κόσμο. Δικαιοσύνη είναι το ίσιωμα του σπιτιού πριν πέσει.

Ελαφρόπετρα

Ελαφρόπετρα (ε-λα-φρό-ΠΕ-τρα): Η πέτρα που μπορεί να επιπλέει όταν οι πόροι της είναι γεμάτοι αέρα — ηφαιστειακό υλικό που πάγωσε τόσο γρήγορα ώστε κράτησε τη φυσαλίδα μέσα του. Ο Πλίνιος την κατέγραψε στη Φυσική Ιστορία του και πέθανε ερευνώντας την έκρηξη του Βεζούβιου. Χρησίμευε για να λειαίνει μάρμαρο, να καθαρίζει περγαμηνή και να τρίβει την επιφάνεια ώσπου να δεχτεί ξανά γραφή. Η ελαφρόπετρα αποξύνει επειδή η ίδια είναι εν μέρει απούσα.

Ἑξάντας

Ἑξάντας (ε-ΞΑ-ντας): Από το λατινικό sextans — το ένα έκτο. Το τόξο του οργάνου είναι 60 μοίρες, το ένα έκτο του κύκλου, ενώ οι καθρέφτες του επιτρέπουν να μετρά μεγαλύτερες γωνίες απ' όσο δείχνει το ίδιο το τόξο. Τον 18ο αιώνα έκανε τη μέτρηση από κινούμενο κατάστρωμα πολύ ακριβέστερη· με πίνακες και χρονόμετρο, ο ουρανός γινόταν θέση πάνω στη γη. Κάθε εξάντας είναι συμφωνία πως ο ουρανός θα μείνει αρκετά σταθερός για να βρούμε πού χανόμαστε.

Εὐδαιμονία

Εὐδαιμονία (ευ-δαι-μο-ΝΙ-α): Εὖ + δαίμων — να έχεις καλό οδηγό πνεύμα. Στον Αριστοτέλη δεν είναι απλώς ευτυχισμένη διάθεση, αλλά ἐνέργεια ψυχῆς κατ’ ἀρετήν: ζωή που ασκεί τις δυνάμεις της καλώς και ολοκλήρως. Λιγότερο συναίσθημα, περισσότερο αρχιτεκτονική. Ευδαιμονία είναι ο κλειδόλιθος που αναπαύεται επιτέλους στο βάρος για το οποίο πλάστηκε.

Εὐλάβεια

Εὐλάβεια (ευ-ΛΑ-βει-α): Προσοχή μπροστά σε κάτι που έχει βάρος. Στα αρχαία μιλά για επιφύλαξη, περίσκεψη, τον φόβο μήπως το χέρι πιάσει άτσαλα κάτι ιερό ή επικίνδυνο. Αργότερα γίνεται ευσέβεια, όχι ως θόρυβος πίστης αλλά ως λεπτότητα αφής. Εὐλάβεια είναι ο σεβασμός που γνωρίζει το βάρος του αγγίγματος και χαμηλώνει το χέρι πριν αγγίξει.

Θάμβος

Θάμβος (ΘΑΜ-βος): Το χτύπημα του θαυμασμού πριν γίνει σκέψη — η στιγμή που το φως είναι τόσο πολύ που σχεδόν τυφλώνει. Από την ίδια οικογένεια έρχονται το θαμπός και το θαμπώνω: η λάμψη και η θόλωση γεννημένες από το ίδιο ρήμα. Θάμβος είναι όταν το βλέμμα χάνει για λίγο την κυριαρχία του, κι επιτέλους βλέπει.

Θάνατος

Θάνατος (ΘΑ-να-τος): Ο θάνατος προσωποποιημένος, αδελφός του Ύπνου στην ελληνική ποίηση: άλλοτε ήσυχος κομιστής, άλλοτε δύναμη που κανείς θνητός δεν διαπραγματεύεται. Ο Φρόυντ έγραψε για την Todestrieb, την ορμή θανάτου· το ελληνικό όνομα Θάνατος κόλλησε επάνω της αργότερα. Η ευθανασία και η αθανασία γυρίζουν γύρω του. Ο τελευταίος κόκκος πέφτει τόσο απλά όσο ο πρώτος.

Θαῦμα

Θαῦμα (ΘΑΥ-μα): Θαυμασμός, απορία, το ρήγμα απ’ όπου αρχίζει η φιλοσοφία. Ο Αριστοτέλης λέει πως οι άνθρωποι άρχισαν να φιλοσοφούν διὰ τὸ θαυμάζειν — επειδή θαύμασαν. Από αυτό έρχονται ο θαυματουργός και ο θαυμάσιος. Θαῦμα είναι η στιγμή που το γνώριμο αρνείται να παραμείνει γνώριμο.

Καμίνι

Καμίνι (κα-ΜΙ-νι): Από το αρχαίο κάμινος, τον φούρνο, την εστία, τον τόπο όπου η φωτιά γίνεται εργασία. Οι Ρωμαίοι το δανείστηκαν ως caminus· από εκεί πέρασε στα γαλλικά ως cheminée και στα αγγλικά ως chimney. Πριν χτιστούν τα σπίτια γύρω απ' τις φωτιές, υπήρχε μόνο η φωτιά και κάποιος να τη φυλάει.

Κλειδόλιθος

Κλειδόλιθος (κλει-ΔΟ-λι-θος): Κλειδί + λίθος — η πέτρα που κλειδώνει την αψίδα. Μπαίνει τελευταία, όχι για να σηκώσει μόνη της όλο το βάρος, αλλά για να κάνει τις υπόλοιπες πέτρες να πιέζουν η μία την άλλη σωστά. Αγγλικά keystone, ιταλικά chiave di volta: παντού η ίδια εικόνα του λίθου-κλειδιού. Σε καμία πέτρα δεν αποδίδεται τόσο βάρος όσο σε εκείνη που μοιάζει απλώς να συμπληρώνει.

Κλεψύδρα

Κλεψύδρα (κλε-ΨΥ-δρα): Κλέπτω + ὕδωρ — κλέφτρα του νερού. Στο αρχαίο αθηναϊκό δικαστήριο ο ρήτορας είχε ορισμένη ποσότητα νερού· όταν στράγγιζε ο πήλινος κύλινδρος, έπρεπε να σωπάσει. Ίδια ρίζα με την κλεπτομανία. Οι Έλληνες έδωσαν στον χρόνο το όνομα του κλέφτη πριν τον κλείσουν σε γρανάζια.

Κόσμος

Κόσμος (ΚΟ-σμος): Πριν σημάνει «οικουμένη», σήμαινε τάξη, διακόσμηση, το αρμονικό ταίριασμα – γι' αυτό λέμε ακόμα κοσμώ και κόσμημα. Ο Πυθαγόρας λέγεται πως πρώτος ονόμασε το σύμπαν κόσμο, επειδή το είδε ως τάξη κι όχι ως χάος. Οι Έλληνες ονόμασαν τον ουρανό «κόσμημα» πριν τον ονομάσουν «τα πάντα».

Μάργαρο

Μάργαρο (ΜΑΡ-γα-ρο): Η μητέρα του μαργαριταριού — η ιριδίζουσα ουσία από αραγωνίτη και οργανική κόλλα που το όστρακο στρώνει γύρω από το ξένο σώμα. Ο μαργαρίτης, το μαργαριτάρι, ταξίδεψε από ανατολικές γλώσσες στα ελληνικά, στα λατινικά margarita και ως το όνομα Margaret. Ο Πλίνιος έγραψε πως τα μαργαριτάρια γεννιούνται από σταγόνες δροσιάς που δέχεται το όστρακο την αυγή. Το ζωντανό σώμα κάνει το ξένο φως.

Μεγαλοψυχία

Μεγαλοψυχία (με-γα-λο-ψυ-ΧΙ-α): Μέγας + ψυχή — μεγάλη ψυχή. Στον Αριστοτέλη είναι η αρετή εκείνου που είναι άξιος μεγάλων πραγμάτων και το ξέρει χωρίς να μικραίνει για μικρές τιμές. Τα λατινικά την είπαν magnanimitas· από εκεί, magnanimity. Μεγαλοψυχία είναι η βαρύτητα του βουνού: δεν σκύβει, κι όμως γύρω του μαζεύεται η βροχή.

Μνήμη

Μνήμη (ΜΝΗ-μη): Η μνήμη προσωποποιημένη – και, σε παλαιά βοιωτική παράδοση, μία από τις τρεις Μούσες μαζί με τη Μελέτη και την Ἀοιδή, πριν η Μνημοσύνη γίνει η μητέρα των εννέα Μουσών με τον Δία για πατέρα. Η Λήθη είναι το νερό της λησμονιάς· να θυμάσαι είναι να αρνείσαι τον ποταμό. Η αμνησία είναι η σκιά της.

Μῦθος

Μῦθος (ΜΥ-θος): Για τον Όμηρο, το λεγόμενο – ο λόγος με βάρος. Ο Πλάτωνας δυσπιστούσε απέναντι στον ανεξέταστο μύθο, παρότι ο ίδιος χρησιμοποίησε μύθους εκεί όπου το επιχείρημα έφτανε στα όριά του. Ο Αριστοτέλης έδωσε στον μύθο το όνομα της πλοκής: το σχήμα που κάνει τα γεγονότα να σημαίνουν κάτι. Μύθος είναι η γραμμή ανάμεσα σε σκόρπιες φωτιές ώσπου να γίνουν δρόμος.

Νόστος

Νόστος (ΝΟ-στος): Η επιστροφή στο σπίτι. Ολόκληρη η Οδύσσεια κινείται γύρω από τον νόστο του Οδυσσέα, τη θάλασσα ανάμεσα στον άνθρωπο και το κατώφλι του. Αιώνες αργότερα, το ἄλγος ενώθηκε με τον νόστο και γεννήθηκε η νοσταλγία: ο πόνος για ένα σπίτι που δεν φτάνεις. Νόστος είναι η τροχιά που λυγίζει, το ποτάμι που κουβαλά την απώλεια μέχρι τη θάλασσα.

Ὄαση

Ὄαση (Ο-α-ση): Από το αρχαίο αιγυπτιακό wḥʾt, μέσω των ελληνικών του Ηροδότου: κατοικημένος τόπος μέσα στην έρημο. Οι οάσεις μοιάζουν με νησιά ξηρής γης σε ωκεανό αμμόλοφων, τόποι όπου το νερό γίνεται μνήμη και υπόσχεση μαζί. Είναι από τις παλαιότερες αιγυπτιακές δάνειες λέξεις στην ελληνική. Όαση είναι η ανάμνηση του νερού που η έρημος αναγκάστηκε να κρατήσει.

Ὁρίζοντας

Ὁρίζοντας (ο-ΡΙ-ζον-τας): Από το ὁρίζω — θέτω όριο, χαράζω σύνορο. Από την ίδια ελληνική ρίζα έρχονται ο ορισμός και το όριο, και από το ὁρίζων πέρασε στις ευρωπαϊκές γλώσσες το horizon. Η θάλασσα τελειώνει εκεί όπου τελειώνει το μάτι: μια γραμμή που κρατά το άπειρο σε σχήμα. Ο ορίζοντας είναι το βλέμμα που μαθαίνει να κουβαλά την απόσταση.

Παρακαταθήκη

Παρακαταθήκη (πα-ρα-κα-τα-ΘΗ-κη): Αυτό που αφήνεις πίσω όχι για να σε θυμούνται, αλλά για να συνεχίσει να ζει χωρίς εσένα. Η λέξη σημαίνει κατάθεση εμπιστευμένη σε άλλους: κάτι που πρέπει να φυλαχτεί, να μεταδοθεί, και να καρπίσει. Το κλέος ζητά ακροατές· η παρακαταθήκη ζητά συνεχιστές.

Παρρησία

Παρρησία (παρ-ρη-ΣΙ-α): Πᾶν + ῥῆσις — το να λες τα πάντα. Στην πολιτική και φιλοσοφική ζωή σήμαινε ελεύθερο λόγο με κίνδυνο: αλήθεια εκεί όπου η αλήθεια κοστίζει. Ο Φουκώ αφιέρωσε τις τελευταίες διαλέξεις του σ' αυτή τη στάση ζωής. Χωρίς κίνδυνο είναι ειλικρίνεια· με κίνδυνο, παρρησία.

Πίστις

Πίστις (ΠΙ-στις): Εμπιστοσύνη με την παλιά σημασία, ο δεσμός ανάμεσα σε δύο που κρατούν λόγο δίχως απόδειξη. Στην Πολιτεία του Πλάτωνα είναι πίστη στο ορατό· στην Καινή Διαθήκη γίνεται μία από τις μεγάλες θεολογικές λέξεις δίπλα στην ελπίδα και την αγάπη. Δεν είναι βεβαιότητα που επιβάλλεται, αλλά αφοσίωση που στέκει. Πίστις είναι ο βορράς που υπακούς πριν σου εξηγήσουν τ' άστρα.

Πολικός Ἀστέρας

Πολικός Ἀστέρας (πο-λι-ΚΟΣ α-ΣΤΕ-ρας): Σήμερα είναι ο 'α της Μικράς Άρκτου', αλλά κανένα άστρο δεν κρατά για πάντα αυτό το αξίωμα. Η μετάπτωση του γήινου άξονα μετακινεί αργά τον ουράνιο πόλο: πλησιάζουν άλλα άστρα, και σε περίπου δώδεκα χιλιάδες χρόνια η Βέγα θα βρεθεί κοντά στη θέση του. Ο μόνος αστέρας που μοιάζει ακίνητος μετακινείται κι αυτός – απλώς πολύ αργά για ν' αλλάξει ένας ναυτικός πορεία. Η σταθερότητα του ουρανού είναι κι αυτή ζήτημα κλίμακας.

Ρετσίνι

Ρετσίνι (ρε-ΤΣΙ-νι): Από το αρχαίο ῥητίνη — η κολλώδης ουσία του πεύκου. Οι αρχαίοι τη χρησιμοποιούσαν για να σφραγίζουν και να προστατεύουν τους αμφορείς του κρασιού· το άρωμα πέρασε στο ποτό και γεννήθηκε η ρετσίνα. Από την ίδια ρίζα τα λατινικά resina και η αγγλική resin. Ένα δέντρο κλαίει για να σφραγίσει την πληγή του, και κάποιος μαζεύει τα δάκρυά του.

Σκεπάρνι

Σκεπάρνι (σκε-ΠΑΡ-νι): Από το αρχαίο σκέπαρνον, λέξη πιθανώς προελληνική. Η λάμα του στέκεται κάθετα στη λαβή, ώστε να σκάβει, να λειαίνει και να διαβάζει την επιφάνεια του ξύλου, σ' αντίθεση με τον πέλεκυ που το χτυπά προς τα μέσα. Εργαλείο του ξυλουργού πριν από κάθε φιλοσοφία της εργασίας. Κάποια ονόματα είναι σχεδόν τόσο παλιά όσο το χέρι που τα κρατά.

Σμίλη

Σμίλη (ΣΜΙ-λη): Αρχαίο εργαλείο γλυπτικής· από αυτήν έρχεται το σμιλεύω. Λεπτότερη από τον πέλεκυ και βαρύτερη από το ξυράφι, αφαιρεί υλικό ώσπου να φανεί η μορφή. Η περίφημη ιδέα που αποδίδεται στον Μιχαήλ Άγγελο: η γλυπτική απελευθερώνει τη μορφή που κοιμάται στο μάρμαρο. Η σμίλη πείθει το περιττό να φύγει.

Σπίρτο

Σπίρτο (ΣΠΙΡ-το): Από το ιταλικό spirito — πνεύμα. Η αλχημία πίστευε πως κάθε ύλη περιείχε ένα πνεῦμα: κάτι που πετιέται στη φωτιά και φεύγει. Σπίρτο ονομάστηκε το οινόπνευμα, όπως τα αγγλικά spirits· όταν ήρθε το ξυλάκι με τη χημική κεφαλή, κράτησε το όνομα. Ένα κομμάτι ξύλο που κρύβει μέσα του πνεύμα και περιμένει την τριβή να το φανερώσει.

Συνωμοσία

Συνωμοσία (συ-νω-μο-ΣΙ-α): Σύν + ὄμνυμι — όρκος μαζί. Πριν γίνει λέξη σκοτεινών σχεδίων, σήμαινε σώματα δεμένα από κοινό όρκο: φωνές που αποφάσισαν να κρατήσουν την ίδια σιωπή. Η συνωμοσία είναι η στιγμή που η πίστη παύει να είναι ιδιωτική και αποκτά συνεργούς.

Σωφροσύνη

Σωφροσύνη (σω-φρο-ΣΥ-νη): Παραδοσιακά, σῶς + φρήν — υγιής νους. Μία από τις κεντρικές ελληνικές αρετές, αν και η μετριοπάθεια είναι φτωχή λέξη γι’ αυτήν. Σωφροσύνη είναι η σταθερότητα που κάνει την υπερβολή να φαίνεται περιττή. Είναι το χέρι που κρατά τη χορδή εκεί όπου ζει η μουσική, μία ανάσα πριν σπάσει.

Τέλος

Τέλος (ΤΕ-λος): Πέρας, αλλά στον Αριστοτέλη όχι απλώς παύση αλλά ολοκλήρωση, το οὗ ἕνεκα, εκείνο για χάρη του οποίου κάτι κινείται. Το τέλος του βελανιδιού είναι η βαλανιδιά· της ζωής, το σχήμα που ξοδεύεται να γίνει. Η τελεολογία είναι ο λόγος των σκοπών. Δεν κατανοείς κάτι αν δεν ξέρεις προς τι τείνει.

Τροχιά

Τροχιά (τρο-ΧΙ-Α): Από τον τροχό — τη ρόδα. Η λέξη έγινε το σχήμα της κίνησης: δρόμος σώματος που γυρίζει, πέφτει, έλκεται ή επιστρέφει. Από την ίδια ρίζα και ο τροχαίος στίχος, ο ρυθμικός χτύπος στην ποίηση που τρέχει και πέφτει. Κάθε τροχιά είναι μια ρόδα πολύ μεγάλη για να τη δούμε ολόκληρη.

Ὕφαλος

Ὕφαλος (Υ-φα-λος): Ὑπό + ἅλς — κάτω από το αλάτι, κάτω από τη θάλασσα. Δεν ονομάζεται από το σχήμα του ή τη σύστασή του, αλλά από τη θέση του: αυτό που η θάλασσα κρύβει. Στους παλιούς πλοιάρχους, οι ύφαλοι ήταν ξαφνική πέτρα στον δρόμο των πλοίων. Δεν φοβάσαι τον ύφαλο που βλέπεις.

Φάρος

Φάρος (ΦΑ-ρος): Το όνομα του νησιού στην Αλεξάνδρεια όπου οι Πτολεμαίοι έχτισαν τον πύργο που έγινε ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Η φωτιά και ο καθρέφτης του λέγεται πως φαίνονταν μίλια μακριά στη θάλασσα. Γαλλικά phare, ιταλικά faro, ισπανικά faro: όλος ο κόσμος δανείστηκε το ίδιο νησί για να ονομάσει το φως που σώζει.

Φιλία

Φιλία (φι-ΛΙ-α): Ο Αριστοτέλης ξεχωρίζει τη φιλία της χρήσης, της ηδονής και της αρετής. Οι δύο πρώτες κρατούν όσο κρατά το αντάλλαγμα· η τρίτη αγαπά τον άλλον για αυτό που είναι και για αυτό που μπορεί να γίνει. Το φιλό- κολλά σε ό,τι ένας πολιτισμός αποφασίζει ν' αγαπήσει: φιλοσοφία, φιλανθρωπία, φιλαρμονική. Φιλία είναι η απόσταση όπου δύο κολόνες μπορούν να κρατήσουν μία στέγη.

Φιλότιμο

Φιλότιμο (φι-ΛΟ-τι-μο): Φίλος + τιμή — αγάπη της τιμής. Στην αρχαιότητα η φιλοτιμία μπορούσε να σημαίνει ευγενή φιλοδοξία ή επικίνδυνη δίψα για αναγνώριση· στα νέα ελληνικά το φιλότιμο έγινε κάτι βαθύτερο και δυσκολότερο να μεταφραστεί. Κουβαλά υποχρέωση, γενναιοδωρία, περηφάνια, συνείδηση και χάρη μαζί. Φιλότιμο είναι ο μάρτυρας μέσα στον μάρτυρα.

Φρόνησις

Φρόνησις (ΦΡΟ-νη-σις): Η πρακτική σοφία του Αριστοτέλη, μία από τις διανοητικές αρετές που χρειάζονται εκεί όπου ο κανόνας δεν αρκεί. Η σοφία κοιτάζει το αιώνιο· η φρόνηση διαβάζει το ανθρώπινο, το ενδεχόμενο, και το ανεπανάληπτο. Δεν διδάσκεται ως συνταγή, γιατί η στιγμή που τη χρειάζεσαι δεν έχει συμβεί ποτέ έτσι. Η σοφία ξέρει τ' άστρα· η φρόνηση ξέρει πού είναι ο ύφαλος.

Χάρις

Χάρις (ΧΑ-ρις): Χάρη, δώρο, ευγνωμοσύνη, ομορφιά — όλα δεμένα σε μία λέξη. Οι Χάριτες δεν προσωποποιούν απλώς την κομψότητα, αλλά το πλεόνασμα που κάνει μια πράξη να λάμπει πέρα από τη χρησιμότητά της. Από εδώ το χάρισμα και η Ευχαριστία. Χάρις είναι αυτό που περισσεύει σε ένα αληθινό δώρο αφού μετρηθεί η αξία του.

Χορδή

Χορδή (χορ-ΔΗ): Στους αρχαίους Έλληνες η ίδια λέξη σήμαινε και το έντερο του ζώου και τη χορδή της λύρας, γιατί από το πρώτο φτιαχνόταν το δεύτερο. Από τη χορδή περνούν το λατινικό chorda, το αγγλικό cord και το μαθηματικό chord. Στους Πυθαγορείους, η τεντωμένη χορδή αποκάλυπτε τα μαθηματικά του ήχου. Η ίδια ίνα κράτησε μέσα της σώμα, μέτρο και μουσική.