
ÎŒÏθος
Ο αστεÏισμός είναι μια υπόσχεση τεντωμÎνη πάνω απ' το κενό
ΜÏθος
Μνήμη
"Ο αστεÏισμός είναι μια υπόσχεση τεντωμÎνη πάνω απ' το κενό"
Το Κατώφλι
ΑστÎÏια: φωτιÎÏ‚ σκοÏπισμÎνες σ' Îνα αδιάφοÏο σκοτάδι, καθεμιά να καίει μόνη της. Το όνομά σου δεν αφήνει ίχνος εκεί. Î Ïιν Ï€Ïολάβεις να διαλÎξεις, το χÎÏι σου σηκώνεται. ΧαÏάζεις μια γÏαμμή στο μαÏÏο, από φωτιά σε φωτιά: Îνας κυνηγός, μια αÏκοÏδα, Îνα φίδι στον νότο. Το σκόÏπιο φως τεντώνεται μπÏοστά σου. Στο όνομα, Îνα σχήμα. Στο σχήμα, μια ποÏεία. Στην ποÏεία, το σπίτι.
Η Οδός
ΛαχταÏάς Îνα σχήμα που σε πεÏίμενε. Τ' αστÎÏια κÏÎμονται βουβά. Σηκώνεις, λοιπόν, το χÎÏι σου. Î Ïιν από δÎκα χιλιάδες χÏόνια, μια γυναίκα με στάχτη στον καÏπό σήκωσε το χÎÏι της στο ίδιο σκοτάδι κι ÎσυÏε μια γÏαμμή ανάμεσα σε δÏο φωτιÎÏ‚. Το όνομά της δεν το ξÎÏουμε· τη γÏαμμή τη γνωÏίζουμε. Κάθε ναυτικός που γÏÏισε στο σπίτι, κάθε παιδί που βÏήκε τον βοÏÏά, κάθε ταξιδιώτης που σήκωσε τα μάτια και δεν χάθηκε – όλοι κÏατήθηκαν απ' τη δική της γÏαμμή. Δεν βÏήκε τον κυνηγό· τον Îβαλε εκεί. Εκείνη Ï„Ïάβηξε τη γÏαμμή, κι απ' αυτήν κÏατιόμαστε ακόμα. Απόψε, το κÏÏο βÏίσκει και τα δικά σου χÎÏια. Το ίδιο σκοτάδι. Το δάχτυλό σου σηκώνεται. ΧαÏάζεις μία γÏαμμή μÎσα απ' το σκόÏπιο φως, και μετά άλλη μία. Ως την αυγή, στÎκει Îνα σχήμα που δεν στεκόταν το σοÏÏουπο. Η γÏαμμή που χαÏάζεις δεν είναι αληθινή όπως η Ï€ÎÏ„Ïα. Είναι αληθινή όπως μια υπόσχεση: επειδή κÏατάς ποÏεία μ' αυτήν.
Η Σκιά
Μια φοÏά, ο Διαυγής χάÏαξε τη μητÎÏα του στον ουÏανό. Εφτά αστÎÏια: το μÎτωπό της, τα μάτια της, τα Ï„ÎσσεÏα σημεία του χαμόγελου που φÏλαγε μόνο για εκείνον. Τα Îδειξε στον πατÎÏα του. ΔώÏο. Ο πατÎÏας του κοίταξε τον ουÏανό κι είδε μόνο σκόÏπιες φωτιÎÏ‚. Δεν υπάÏχει τίποτα εκεί. Το αγόÏι κοίταξε ξανά· τα μάτια του υπάκουσαν. Ξήλωσαν τον ιστό που είχε υφάνει, ώσπου το Ï€Ïόσωπο της μητÎÏας του λÏθηκε, αστÎÏι το αστÎÏι. Ο ουÏανός δεν Îγινε ποτΠξανά Ï€Ïόσωπο. Τη νÏχτα που Ï€Îθανε ο πατÎÏας του, Îψαξε κι εκείνον στον ουÏανό. Τα αστÎÏια τον αντικοίταξαν και δεν κÏάτησαν τίποτα. Ο ίδιος του ο πατÎÏας τοÏÏ‚ το είχε μάθει. Ακόμα και στο Ï„Îλος, το δάχτυλό του σηκώθηκε, Ï„Ïάβηξε Ï€Ïος Îνα σχήμα, και κόπηκε. Ένα φως, ÏστεÏα άλλο Îνα. Αλλά ποτΠεφτά. ■Η ΜετÏημÎνη είδε τι συμβαίνει όταν μια παλιά γÏαμμή συνεχίζει να οδηγεί. Ο αδεÏφός της ακολοÏθησε τον αστεÏισμό που τους είχε μάθει η γιαγιά τους. ΠεÏπάτησε ανατολικά σαÏάντα μÎÏες. Στον γκÏεμό, η γÏαμμή συνÎχισε· ο αδεÏφός της όχι. Τ' αστÎÏια είχαν μετακινηθεί από τότε που πήÏαν όνομα· το παλιό Ï„ÏαγοÏδι δεν είχε στίχο για τη μετατόπιση. Η γÏαμμή δεν είχε γκÏεμό μÎσα της. Από τότε σημαδεÏει κάθε γÏαμμή με την απόκλισή της, κάθε σχήμα με το σφάλμα του. Οι γÏαμμÎÏ‚ επιζοÏν του ουÏανοÏ· δεν θα γίνει το χÎÏι που οδηγεί κάποιον στον γκÏεμό. Κάποιες νÏχτες, το χÎÏι της δεν την πεÏιμÎνει. Το μάτι της βÏίσκει δÏο αστÎÏια, μετά μεÏικά ακόμα. Τα δάχτυλά της σηκώνονται στην παλιά καμπÏλη, άÏθÏωση την άÏθÏωση, σαν το χÎÏι της γιαγιάς να κινείται μÎσα στο δικό της. Για μια στιγμή, το χÎÏι ξεχνά τον Ï„Ïόμο του. Η γÏαμμή θÎλει να κλείσει. Το όνομα φτάνει ως τη γλώσσα. Μα Îνα αστÎÏι στÎκει λάθος. Ανάμεσα στους χάÏτες της, το χÎÏι μÎνει πάλι μισοσηκωμÎνο. Το όνομα δεν πεÏνά τα δόντια της.
Η Τομή
Ποιον αστεÏισμό αφήνεις να πεθάνει πίσω απ' τα δόντια σου;
Î ÏοηγοÏμενο
Θάμβος
Επόμενο
Άνθηση
ΜÏθος
"Ο αστεÏισμός είναι μια υπόσχεση τεντωμÎνη πάνω απ' το κενό"
Μνήμη

ÎŒÏθος
Ο αστεÏισμός είναι μια υπόσχεση τεντωμÎνη πάνω απ' το κενό
Το Κατώφλι
ΑστÎÏια: φωτιÎÏ‚ σκοÏπισμÎνες σ' Îνα αδιάφοÏο σκοτάδι, καθεμιά να καίει μόνη της. Το όνομά σου δεν αφήνει ίχνος εκεί. Î Ïιν Ï€Ïολάβεις να διαλÎξεις, το χÎÏι σου σηκώνεται. ΧαÏάζεις μια γÏαμμή στο μαÏÏο, από φωτιά σε φωτιά: Îνας κυνηγός, μια αÏκοÏδα, Îνα φίδι στον νότο. Το σκόÏπιο φως τεντώνεται μπÏοστά σου. Στο όνομα, Îνα σχήμα. Στο σχήμα, μια ποÏεία. Στην ποÏεία, το σπίτι.
Η Οδός
ΛαχταÏάς Îνα σχήμα που σε πεÏίμενε. Τ' αστÎÏια κÏÎμονται βουβά. Σηκώνεις, λοιπόν, το χÎÏι σου. Î Ïιν από δÎκα χιλιάδες χÏόνια, μια γυναίκα με στάχτη στον καÏπό σήκωσε το χÎÏι της στο ίδιο σκοτάδι κι ÎσυÏε μια γÏαμμή ανάμεσα σε δÏο φωτιÎÏ‚. Το όνομά της δεν το ξÎÏουμε· τη γÏαμμή τη γνωÏίζουμε. Κάθε ναυτικός που γÏÏισε στο σπίτι, κάθε παιδί που βÏήκε τον βοÏÏά, κάθε ταξιδιώτης που σήκωσε τα μάτια και δεν χάθηκε – όλοι κÏατήθηκαν απ' τη δική της γÏαμμή. Δεν βÏήκε τον κυνηγό· τον Îβαλε εκεί. Εκείνη Ï„Ïάβηξε τη γÏαμμή, κι απ' αυτήν κÏατιόμαστε ακόμα. Απόψε, το κÏÏο βÏίσκει και τα δικά σου χÎÏια. Το ίδιο σκοτάδι. Το δάχτυλό σου σηκώνεται. ΧαÏάζεις μία γÏαμμή μÎσα απ' το σκόÏπιο φως, και μετά άλλη μία. Ως την αυγή, στÎκει Îνα σχήμα που δεν στεκόταν το σοÏÏουπο. Η γÏαμμή που χαÏάζεις δεν είναι αληθινή όπως η Ï€ÎÏ„Ïα. Είναι αληθινή όπως μια υπόσχεση: επειδή κÏατάς ποÏεία μ' αυτήν.
Η Σκιά
Μια φοÏά, ο Διαυγής χάÏαξε τη μητÎÏα του στον ουÏανό. Εφτά αστÎÏια: το μÎτωπό της, τα μάτια της, τα Ï„ÎσσεÏα σημεία του χαμόγελου που φÏλαγε μόνο για εκείνον. Τα Îδειξε στον πατÎÏα του. ΔώÏο. Ο πατÎÏας του κοίταξε τον ουÏανό κι είδε μόνο σκόÏπιες φωτιÎÏ‚. Δεν υπάÏχει τίποτα εκεί. Το αγόÏι κοίταξε ξανά· τα μάτια του υπάκουσαν. Ξήλωσαν τον ιστό που είχε υφάνει, ώσπου το Ï€Ïόσωπο της μητÎÏας του λÏθηκε, αστÎÏι το αστÎÏι. Ο ουÏανός δεν Îγινε ποτΠξανά Ï€Ïόσωπο. Τη νÏχτα που Ï€Îθανε ο πατÎÏας του, Îψαξε κι εκείνον στον ουÏανό. Τα αστÎÏια τον αντικοίταξαν και δεν κÏάτησαν τίποτα. Ο ίδιος του ο πατÎÏας τοÏÏ‚ το είχε μάθει. Ακόμα και στο Ï„Îλος, το δάχτυλό του σηκώθηκε, Ï„Ïάβηξε Ï€Ïος Îνα σχήμα, και κόπηκε. Ένα φως, ÏστεÏα άλλο Îνα. Αλλά ποτΠεφτά. ■Η ΜετÏημÎνη είδε τι συμβαίνει όταν μια παλιά γÏαμμή συνεχίζει να οδηγεί. Ο αδεÏφός της ακολοÏθησε τον αστεÏισμό που τους είχε μάθει η γιαγιά τους. ΠεÏπάτησε ανατολικά σαÏάντα μÎÏες. Στον γκÏεμό, η γÏαμμή συνÎχισε· ο αδεÏφός της όχι. Τ' αστÎÏια είχαν μετακινηθεί από τότε που πήÏαν όνομα· το παλιό Ï„ÏαγοÏδι δεν είχε στίχο για τη μετατόπιση. Η γÏαμμή δεν είχε γκÏεμό μÎσα της. Από τότε σημαδεÏει κάθε γÏαμμή με την απόκλισή της, κάθε σχήμα με το σφάλμα του. Οι γÏαμμÎÏ‚ επιζοÏν του ουÏανοÏ· δεν θα γίνει το χÎÏι που οδηγεί κάποιον στον γκÏεμό. Κάποιες νÏχτες, το χÎÏι της δεν την πεÏιμÎνει. Το μάτι της βÏίσκει δÏο αστÎÏια, μετά μεÏικά ακόμα. Τα δάχτυλά της σηκώνονται στην παλιά καμπÏλη, άÏθÏωση την άÏθÏωση, σαν το χÎÏι της γιαγιάς να κινείται μÎσα στο δικό της. Για μια στιγμή, το χÎÏι ξεχνά τον Ï„Ïόμο του. Η γÏαμμή θÎλει να κλείσει. Το όνομα φτάνει ως τη γλώσσα. Μα Îνα αστÎÏι στÎκει λάθος. Ανάμεσα στους χάÏτες της, το χÎÏι μÎνει πάλι μισοσηκωμÎνο. Το όνομα δεν πεÏνά τα δόντια της.
Η Τομή
Ποιον αστεÏισμό αφήνεις να πεθάνει πίσω απ' τα δόντια σου;
Î ÏοηγοÏμενο
Θάμβος
Επόμενο
Άνθηση