Αγών
Μνήμη
"Ο ήÏωας είναι η απάντηση της ουλής στο ξίφος"
Το Κατώφλι
Ξυπνάς με το χÎÏι στην πληγή. Η λεπίδα Îφυγε· κάτω απ' την παλάμη σου, η σάÏκα ακόμη μαζεÏεται γÏÏω από το κενό που άφησε. ΜÎσα του χτυπά Îνας σφυγμός πιο αÏγός απ' τον δικό σου. Όλη μÎÏα κÏατά τον πιο σκοτεινό χÏόνο του – μÎσα στα γεÏματα, μÎσα στις κουβÎντες, μÎσα στις ÏŽÏες που λες δικÎÏ‚ σου. Ανάμεσα στους χτÏπους, Ïωτά: Τι θα με κάνεις;
Η Οδός
Το σώμα ουÏλιάζει: μοÏδιασε το νεÏÏο· Ïάψε την πληγή Ï€Ïιν μιλήσει. ΑÏνείσαι το Îλεος. Κάθεσαι στο Ïήγμα κι αφήνεις το νεÏÏο να καίει. Η λεπίδα δεν Ï€ÎÏασε τη φÏουÏά σου· βÏήκε το μÎÏος που δεν είχες μάθει να φυλάς. Εκεί ακουμπάς την παλάμη. Δεν της δίνεις όνομα για να σωπάσει. Δεν την κάνεις ιστοÏία για ν' αντÎξεις. Τη βαστάς όσο καίει. Το δÎÏμα Ï„Ïαβάει. Η πληγή χάνει το στόμα της· εκεί που άνοιγε, σηκώνεται Ïάχη. Το ξίφος Ïώτησε: Είσαι αδÏναμος; Η ουλή απαντά: Ήμουν.
Η Σκιά
Ο Ακλόνητος Îβλεπε τη μητÎÏα του ν' αδειάζει ενώ ακόμα ανÎπνεε. Όταν Îφυγε ο πατÎÏας του, η σιωπή της πήÏε το σπίτι δωμάτιο-δωμάτιο, μÎχÏι που στο Ï„Îλος πήÏε κι εκείνη. ΜÎσα σ' εκείνη τη σιωπή, οÏκίστηκε: όχι σ' εμÎνα. ΤώÏα Ïάβει κάθε πληγή Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει να μιλήσει το αίμα. Μα κανÎνα σώμα δεν κλείνει ολόκληÏο. Πες Ï„' όνομα του πατÎÏα του και το χÎÏι του ανεβαίνει στο παλιό σημείο του λαιμοÏ, εκεί που κόπηκε η Ï€Ïώτη κÏαυγή. Όταν σωπαίνει Îνα δωμάτιο, οι ώμοι του διπλώνουν. Î Ïώτα η κουζίνα: το πιÏοÏνι μετÎωÏο πάνω απ' το πιάτο. ΎστεÏα ο διάδÏομος: το χÎÏι στην κουπαστή, κανÎνα βήμα. Στο Ï„Îλος, η κÏεβατοκάμαÏα· οÏτε τα σεντόνια δεν κάνουν ήχο. Îσπου, δωμάτιο-δωμάτιο, η σιωπή παίÏνει κι εκείνον. ■Η Ευαίσθητη Îμαθε νωÏίς πως μια πληγή αλλάζει το βάÏος ενός δωματίου. Μια μισοειπωμÎνη ιστοÏία στο δείπνο. Μια ανάσα που κόβεται. Το Ï„ÏαπÎζι γÎÏνει Ï€Ïος το μÎÏος της· όνομα κανείς δεν του δίνει. Το σώμα μαθαίνει το σχήμα Îτσι κι αλλιώς. Κάθε Ï€Ïωί τα νÏχια της βÏίσκουν τη Ïαφή και ξηλώνουν ÏŒ,τι ÎÏαψε η νÏχτα. Μην κλείσεις, ψιθυÏίζει. Δεν τελείωσα μαζί σου. Τα χÏόνια πεÏνοÏν. Σε κάθε δείπνο, αÏχίζει την ιστοÏία, της κόβεται η ανάσα, κι αφήνει την παÏση να κÏÎμεται πάνω απ' το Ï„ÏαπÎζι. Αυτή τη φοÏά, η παÏση Ï€Îφτει. Κανείς δεν την πιάνει. Η πληγή Îχει ειπωθεί τόσες φοÏÎÏ‚ που δεν ματώνει πια. ΞÏνει τη στεγνή Ïαφή άλλη μια φοÏά, μ' Îνα Ï€Îνθος που κανείς δεν σκÏβει να πιάσει. Το Ï„ÏαπÎζι Îπαψε να γÎÏνει Ï€Ïος το μÎÏος της.
Η Τομή
Ποια πληγή ξανανοίγεις, ώστε να μη γίνει ποτΠÏαχοκοκαλιά;
Î ÏοηγοÏμενο
ΚληÏονομιά
Επόμενο
Βάθος
Αγών
"Ο ήÏωας είναι η απάντηση της ουλής στο ξίφος"
Μνήμη

Αγών
Ο ήÏωας είναι η απάντηση της ουλής στο ξίφος
Το Κατώφλι
Ξυπνάς με το χÎÏι στην πληγή. Η λεπίδα Îφυγε· κάτω απ' την παλάμη σου, η σάÏκα ακόμη μαζεÏεται γÏÏω από το κενό που άφησε. ΜÎσα του χτυπά Îνας σφυγμός πιο αÏγός απ' τον δικό σου. Όλη μÎÏα κÏατά τον πιο σκοτεινό χÏόνο του – μÎσα στα γεÏματα, μÎσα στις κουβÎντες, μÎσα στις ÏŽÏες που λες δικÎÏ‚ σου. Ανάμεσα στους χτÏπους, Ïωτά: Τι θα με κάνεις;
Η Οδός
Το σώμα ουÏλιάζει: μοÏδιασε το νεÏÏο· Ïάψε την πληγή Ï€Ïιν μιλήσει. ΑÏνείσαι το Îλεος. Κάθεσαι στο Ïήγμα κι αφήνεις το νεÏÏο να καίει. Η λεπίδα δεν Ï€ÎÏασε τη φÏουÏά σου· βÏήκε το μÎÏος που δεν είχες μάθει να φυλάς. Εκεί ακουμπάς την παλάμη. Δεν της δίνεις όνομα για να σωπάσει. Δεν την κάνεις ιστοÏία για ν' αντÎξεις. Τη βαστάς όσο καίει. Το δÎÏμα Ï„Ïαβάει. Η πληγή χάνει το στόμα της· εκεί που άνοιγε, σηκώνεται Ïάχη. Το ξίφος Ïώτησε: Είσαι αδÏναμος; Η ουλή απαντά: Ήμουν.
Η Σκιά
Ο Ακλόνητος Îβλεπε τη μητÎÏα του ν' αδειάζει ενώ ακόμα ανÎπνεε. Όταν Îφυγε ο πατÎÏας του, η σιωπή της πήÏε το σπίτι δωμάτιο-δωμάτιο, μÎχÏι που στο Ï„Îλος πήÏε κι εκείνη. ΜÎσα σ' εκείνη τη σιωπή, οÏκίστηκε: όχι σ' εμÎνα. ΤώÏα Ïάβει κάθε πληγή Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει να μιλήσει το αίμα. Μα κανÎνα σώμα δεν κλείνει ολόκληÏο. Πες Ï„' όνομα του πατÎÏα του και το χÎÏι του ανεβαίνει στο παλιό σημείο του λαιμοÏ, εκεί που κόπηκε η Ï€Ïώτη κÏαυγή. Όταν σωπαίνει Îνα δωμάτιο, οι ώμοι του διπλώνουν. Î Ïώτα η κουζίνα: το πιÏοÏνι μετÎωÏο πάνω απ' το πιάτο. ΎστεÏα ο διάδÏομος: το χÎÏι στην κουπαστή, κανÎνα βήμα. Στο Ï„Îλος, η κÏεβατοκάμαÏα· οÏτε τα σεντόνια δεν κάνουν ήχο. Îσπου, δωμάτιο-δωμάτιο, η σιωπή παίÏνει κι εκείνον. ■Η Ευαίσθητη Îμαθε νωÏίς πως μια πληγή αλλάζει το βάÏος ενός δωματίου. Μια μισοειπωμÎνη ιστοÏία στο δείπνο. Μια ανάσα που κόβεται. Το Ï„ÏαπÎζι γÎÏνει Ï€Ïος το μÎÏος της· όνομα κανείς δεν του δίνει. Το σώμα μαθαίνει το σχήμα Îτσι κι αλλιώς. Κάθε Ï€Ïωί τα νÏχια της βÏίσκουν τη Ïαφή και ξηλώνουν ÏŒ,τι ÎÏαψε η νÏχτα. Μην κλείσεις, ψιθυÏίζει. Δεν τελείωσα μαζί σου. Τα χÏόνια πεÏνοÏν. Σε κάθε δείπνο, αÏχίζει την ιστοÏία, της κόβεται η ανάσα, κι αφήνει την παÏση να κÏÎμεται πάνω απ' το Ï„ÏαπÎζι. Αυτή τη φοÏά, η παÏση Ï€Îφτει. Κανείς δεν την πιάνει. Η πληγή Îχει ειπωθεί τόσες φοÏÎÏ‚ που δεν ματώνει πια. ΞÏνει τη στεγνή Ïαφή άλλη μια φοÏά, μ' Îνα Ï€Îνθος που κανείς δεν σκÏβει να πιάσει. Το Ï„ÏαπÎζι Îπαψε να γÎÏνει Ï€Ïος το μÎÏος της.
Η Τομή
Ποια πληγή ξανανοίγεις, ώστε να μη γίνει ποτΠÏαχοκοκαλιά;
Î ÏοηγοÏμενο
ΚληÏονομιά
Επόμενο
Βάθος