Βάθος
Μνήμη
"Οι πεÏισσότεÏες άβυσσοι φτάνουν ως το γόνατο"
Το Κατώφλι
ΠαλεÏεις με το νεÏÏŒ. Τα δάχτυλά σου αÏπάζουν συντÏίμμια: σανίδες, σπασμÎνα κατάÏτια, ÏŒ,τι επιπλÎει. ΣκαÏφαλώνεις πάνω τους. Ο αÎÏας σε γδÎÏνει, η σχεδία παÏασÏÏεται, κι η στεÏιά αÏνείται να φανεί. Κάτω απ' τη σχεδία, το σκοτάδι δεν Îχει πάτο.
Η Οδός
Γαντζώνεσαι ώσπου καίνε τα δάχτυλά σου, μα το ξÏλο στÏίβει στις παλάμες και σ' αφήνει. Το νεÏÏŒ οÏμάει μÎσα: στόμα, μάτια, πνευμόνια. Κλωτσάς, μα το σκοτάδι ανοίγει από κάτω, κι από κάτω κι άλλο, κι άλλο ακόμα, και πάτος δεν υπάÏχει, δεν υπήÏξε ποτΠπάτος— Το γόνατό σου χτυπά Ï€ÎÏ„Ïα. Η Ï€Ïοσβολή. Τόσα χÏόνια δεμÎνος στα συντÏίμμια, κι η άβυσσος ÏƒÎ¿Ï Ï†Ï„Î¬Î½ÎµÎ¹ ως το γόνατο. Τα πόδια σου Ï„ÏÎμουν, αμάθητα στο βάÏος που γεννήθηκαν να σηκώσουν. Η ντÏοπή σε πλημμυÏίζει. Άσ' την. ΣτÎκεσαι· το Îδαφος δεν νοιάζεται πόσο καιÏÏŒ ÏƒÎ¿Ï Ï€Î®Ïε.
Η Σκιά
Το ξÏλο γλιστÏά κάτω απ' το βάÏος του. Τα δάχτυλά του ασπÏίζουν πάνω στις σανίδες, κλειδωμÎνα εκεί τόσο καιÏÏŒ που οι αÏθÏώσεις ξÎχασαν κάθε άλλο σχήμα. Ο ΣταθεÏός άγγιξε τον βυθό κάποτε, Ï€Ïιν χÏόνια, σε πιο ήÏεμα νεÏά. Το πόδι του βÏήκε Ï€ÎÏ„Ïα και, για μια πνοή, τίποτα δεν τον κÏατοÏσε παÏά μόνο η γη. Τα γόνατά του λÏγισαν και τα κόκαλά του πήÏαν πίσω το βάÏος τους. Î Ïιν απ' την επόμενη πνοή, κλώτσησε την Ï€ÎÏ„Ïα κι οÏκίστηκε πως δεν θα ξαναπατήσει βυθό. ΤώÏα χτίζει τη ζωή του πάνω στη σχεδία· δÎνει κάθε σανίδα πιο σφιχτά, μπαλώνει ÏŒ,τι σαπίζει, την ευγνωμονεί για κάθε ανάσα που του κεÏδίζει ακόμα. Πεθαίνει γαντζωμÎνος στο ξÏλο, με τα πνευμόνια γεμάτα απ' τις ανάσες που φÏλαγε, τα πόδια μια σπιθαμή πάνω απ' το στÎÏεο χώμα. ■Η ΑκοÏÏαστη βÏήκε τον βυθό. Η άβυσσος τελείωσε· εκείνη όχι. ΜÎσα στην ακινησία ο σφυγμός της γÎμισε το νεÏÏŒ. Κάτω από τον σφυγμό πεÏίμενε αυτό που καμία απλωτή δεν είχε αφήσει πίσω: ο εαυτός της, ολόκληÏος και ανυπόφοÏος. Για μια πνοή αφουγκÏάστηκε. Î Ïιν απ' την επόμενη, χτÏπησε το νεÏÏŒ κι οÏκίστηκε να μη σταματήσει ποτΠξανά. Δεν Îχει σταματήσει να παλεÏει. Όχι για να φτάσει σε ακτή· από καιÏÏŒ Îπαψε να πιστεÏει στις ακτÎÏ‚. ΠαλεÏει για να σκεπάζει ο θόÏυβος των χεÏιών της τη ζωή από κάτω. Τα χÎÏια της κλειδώνουν σ' Îναν Ïυθμό που δεν πάει πουθενά· απλωτή, αφÏός, απλωτή, αφÏός. Πνίγεται μόνο στις παÏσεις.
Η Τομή
Σε ποια Ïηχά νεÏά διάλεξες να πνιγείς;
Î ÏοηγοÏμενο
Αγών
Επόμενο
Βάσανος
Βάθος
"Οι πεÏισσότεÏες άβυσσοι φτάνουν ως το γόνατο"
Μνήμη

Βάθος
Οι πεÏισσότεÏες άβυσσοι φτάνουν ως το γόνατο
Το Κατώφλι
ΠαλεÏεις με το νεÏÏŒ. Τα δάχτυλά σου αÏπάζουν συντÏίμμια: σανίδες, σπασμÎνα κατάÏτια, ÏŒ,τι επιπλÎει. ΣκαÏφαλώνεις πάνω τους. Ο αÎÏας σε γδÎÏνει, η σχεδία παÏασÏÏεται, κι η στεÏιά αÏνείται να φανεί. Κάτω απ' τη σχεδία, το σκοτάδι δεν Îχει πάτο.
Η Οδός
Γαντζώνεσαι ώσπου καίνε τα δάχτυλά σου, μα το ξÏλο στÏίβει στις παλάμες και σ' αφήνει. Το νεÏÏŒ οÏμάει μÎσα: στόμα, μάτια, πνευμόνια. Κλωτσάς, μα το σκοτάδι ανοίγει από κάτω, κι από κάτω κι άλλο, κι άλλο ακόμα, και πάτος δεν υπάÏχει, δεν υπήÏξε ποτΠπάτος— Το γόνατό σου χτυπά Ï€ÎÏ„Ïα. Η Ï€Ïοσβολή. Τόσα χÏόνια δεμÎνος στα συντÏίμμια, κι η άβυσσος ÏƒÎ¿Ï Ï†Ï„Î¬Î½ÎµÎ¹ ως το γόνατο. Τα πόδια σου Ï„ÏÎμουν, αμάθητα στο βάÏος που γεννήθηκαν να σηκώσουν. Η ντÏοπή σε πλημμυÏίζει. Άσ' την. ΣτÎκεσαι· το Îδαφος δεν νοιάζεται πόσο καιÏÏŒ ÏƒÎ¿Ï Ï€Î®Ïε.
Η Σκιά
Το ξÏλο γλιστÏά κάτω απ' το βάÏος του. Τα δάχτυλά του ασπÏίζουν πάνω στις σανίδες, κλειδωμÎνα εκεί τόσο καιÏÏŒ που οι αÏθÏώσεις ξÎχασαν κάθε άλλο σχήμα. Ο ΣταθεÏός άγγιξε τον βυθό κάποτε, Ï€Ïιν χÏόνια, σε πιο ήÏεμα νεÏά. Το πόδι του βÏήκε Ï€ÎÏ„Ïα και, για μια πνοή, τίποτα δεν τον κÏατοÏσε παÏά μόνο η γη. Τα γόνατά του λÏγισαν και τα κόκαλά του πήÏαν πίσω το βάÏος τους. Î Ïιν απ' την επόμενη πνοή, κλώτσησε την Ï€ÎÏ„Ïα κι οÏκίστηκε πως δεν θα ξαναπατήσει βυθό. ΤώÏα χτίζει τη ζωή του πάνω στη σχεδία· δÎνει κάθε σανίδα πιο σφιχτά, μπαλώνει ÏŒ,τι σαπίζει, την ευγνωμονεί για κάθε ανάσα που του κεÏδίζει ακόμα. Πεθαίνει γαντζωμÎνος στο ξÏλο, με τα πνευμόνια γεμάτα απ' τις ανάσες που φÏλαγε, τα πόδια μια σπιθαμή πάνω απ' το στÎÏεο χώμα. ■Η ΑκοÏÏαστη βÏήκε τον βυθό. Η άβυσσος τελείωσε· εκείνη όχι. ΜÎσα στην ακινησία ο σφυγμός της γÎμισε το νεÏÏŒ. Κάτω από τον σφυγμό πεÏίμενε αυτό που καμία απλωτή δεν είχε αφήσει πίσω: ο εαυτός της, ολόκληÏος και ανυπόφοÏος. Για μια πνοή αφουγκÏάστηκε. Î Ïιν απ' την επόμενη, χτÏπησε το νεÏÏŒ κι οÏκίστηκε να μη σταματήσει ποτΠξανά. Δεν Îχει σταματήσει να παλεÏει. Όχι για να φτάσει σε ακτή· από καιÏÏŒ Îπαψε να πιστεÏει στις ακτÎÏ‚. ΠαλεÏει για να σκεπάζει ο θόÏυβος των χεÏιών της τη ζωή από κάτω. Τα χÎÏια της κλειδώνουν σ' Îναν Ïυθμό που δεν πάει πουθενά· απλωτή, αφÏός, απλωτή, αφÏός. Πνίγεται μόνο στις παÏσεις.
Η Τομή
Σε ποια Ïηχά νεÏά διάλεξες να πνιγείς;
Î ÏοηγοÏμενο
Αγών
Επόμενο
Βάσανος