Κάλεσμα

"Η σωστή λαβή ησυχάζει το χέρι"

Κάλεσμα — Τέλος, Axiomata

Τέλος

Οδοντωτός, σκοτεινός αιωρούμενος βράχος που σπάει στη βάση του αποκαλύπτοντας λαμπερές πορτοκαλί φλέβες λάβας. Πίσω του, μια ζωηρή ροζ-κόκκινη λαμπερή σφαίρα πλαισιώνεται από λεπτούς ομόκεντρους χρυσούς κύκλους σε σκοτεινό μπλε φόντο.

ΊάλÎΜÏƑμα

Η σωστή λαβή ησυχάζει το χέρι

Το Κατώφλι

Χρόνια έσφιγγες εργαλεία φτιαγμένα για ξένες παλάμες. Η σμίλη πολεμούσε τα νερά του ξύλου· η πένα δεν καθόταν ποτέ, όπως κι αν έστρεφες τον καρπό. Ταίριαζαν τόσο όσο να σε ξεγελούν, αρκετά για να βγάλεις κάλους εκεί όπου το δέρμα σου δεν ήταν πλασμένο να σκληρύνει. Ο πόνος έγινε στάση. Το ξύλο δεν έπαυε να σε αρνείται, κι εσύ έπαψες ν' ακούς. Τα κόκαλά σου έμαθαν το ψέμα· φώναζαν άνεση όταν εννοούσαν συνήθεια. Το χέρι κλείνει γύρω από μια άλλη λαβή. Τα δάχτυλα βρίσκουν αυλάκια που δεν ήξεραν πως έψαχναν. Ο καρπός παύει να αντιλέγει. Η γωνία γίνεται ανάπαυση. Κάτω απ' το στέρνο, μια νότα απαντά. Αναγνώριση. Σαν να ήταν το σώμα τεντωμένη χορδή, κι αυτό το ξύλο να την κούρδιζε.

Η Οδός

Τα χέρια σου τρέμουν. Όχι απ' το βάρος, αλλά απ' αυτό που ζητάει. Τέτοια σιγουριά σε έχει ξεγελάσει ξανά. Έχεις ορκιστεί σε λαβές που σώπασαν μέσα στην παλάμη σου. Κάθε φορά η ίδια σιγουριά. Κάθε φορά το ίδιο ψέμα. Το ακουμπάς κάτω. Τα δάχτυλά σου ανοίγουν. Το γνώριμο σε τυλίγει: ονόματα, ιστορίες, τα νεύματα όσων σε είδαν να διαλέγεις σωστά. Πρώτα ανακούφιση, μετά πάλι ο πόνος. Η νότα βαθαίνει. Τη νύχτα, σε ξυπνάει. Οι μέρες γεμίζουν θόρυβο αλλά ακόμα κι ο θόρυβος υποχωρεί. Το κάλεσμα ζει στη σιωπή όπως η μουσική κοιμάται στο ξύλο. Στο ράφι μένει άηχη. Στη χούφτα γίνεται νότα.

Η Σκιά

Ο Μυούμενος ακούει τη νότα και το στέρνο του απαντά πριν προλάβει εκείνος. Το χέρι του σηκώνεται, μετά κατεβαίνει. Την άρνησή του τη γυαλίζει ώσπου να μοιάσει ευλάβεια. Η πρώτη χαραξιά θα διάλεγε ένα σχήμα και θα σκότωνε όλα τ' άλλα. Έτσι δεν αγγίζει ποτέ το ξύλο· κρατά την κόψη γυαλισμένη, αρκετά λαμπερή για να τη λέει ιερή. Φτάνουν κι άλλα εργαλεία, το καθένα με τα δικά του νερά, τη δική του μικρή απαίτηση. Τα αποκτά κι αυτά. Τα ξεσκονίζει κατά είδος. Το ράφι γίνεται τοίχος. Ο τοίχος γίνεται βωμός. Μπορεί να μιλάει με τις ώρες για εργαλεία που προστάτεψε από τα χέρια του. Τον πρώτο χρόνο λέει: Θα γυρίσω όταν μάθω. Τον πέμπτο: Αφοσιώθηκα στη γνώση. Στο τέλος: το κατώφλι είναι ιερότερο από τον ναό. Όταν πεθαίνει, το ράφι είναι γεμάτο. Κάθε λαβή καθαρή. Καμιά δεν κρατά τη ζέστη του χεριού του. ❖ Η Έντιμη άκουσε τη νότα κάποτε, νέα ακόμα, πριν καταλάβει τι θα της κοστίσει. Η αντήχηση ήταν αναμφισβήτητη· το ίδιο κι η απαίτησή της: να απογοητεύσει όλους όσοι είχαν ήδη διαλέξει το βάρος που θα σήκωνε. Το σκεπάρνι του πατέρα της περίμενε στη γωνία· μύριζε πεύκο και παλιό ιδρώτα, γυαλισμένο εκεί όπου το είχε πιάσει η παλάμη του. Διάλεξε το φορτίο που της είχαν γυαλίσει. Πρώτα είπε την αντήχηση νιότη. Ύστερα εγωισμό. Ύστερα αχαριστία. Κι όταν η αντήχηση, από τόση άρνηση, έγινε ψίθυρος, είπε τη σιωπή απόδειξη. Σηκώνει το σκεπάρνι. Το βάρος του είναι πια η τιμή της. Κάθε χτύπημα τραντάζει κόκαλα πλασμένα για άλλη γωνία. Γύρω από τον πόνο χτίζει θρησκεία, κι η θρησκεία ευλογεί τη λάθος λαβή. Πεθαίνει με τη λάθος λαβή στη χούφτα, κουφή πια στη νότα που έθαψε ζωντανή. Κάπου, το εργαλείο που ήταν για εκείνη σκουραίνει στον τοίχο. Περιμένει το χέρι που δεν ήρθε ποτέ.

Η Τομή

Ποια λαβή κρύωσε όσο στοίβαζες δικαιολογίες;

Προηγούμενο

Ανάμνηση

Επόμενο

Πεπρωμένο