
Ευδαιμονία
Ο κλειδόλιθος αναπαÏεται στο βάÏος που σηκώνει
Ευδαιμονία
ΤÎλος
"Ο κλειδόλιθος αναπαÏεται στο βάÏος που σηκώνει"
Το Κατώφλι
Η αψίδα κÏατοÏσε μια απουσία στον λαιμό της. Î ÎÏ„Ïα ÎγεÏνε σε Ï€ÎÏ„Ïα, πεÏιμÎνοντας το βάÏος που θα Îκανε την πτώση να σταθεί. Μπαίνεις στο άνοιγμα. Οι Ï€ÎÏ„Ïες γÎÏνουν Ï€Ïος εσÎνα. ÎŒ,τι ÎÏχεται να σε διεκδικήσει φοÏά τη μοÏφή του ολÎθÏου.
Η Οδός
ΜÎÏες πεÏνοÏν χωÏίς να σε χÏειάζονται. Οι ώμοι σου ξεχνοÏν το σχήμα τους. Η Ïάχη σου λυγίζει, όχι απ' το βάÏος αλλά απ' την απουσία του. Το βάÏος επιτÎλους φτάνει. Ετοιμάζεσαι να συνθλιβείς. Μα Ï€ÎÏ„Ïα κάθεται σε Ï€ÎÏ„Ïα. Οι φτÎÏνες σου καÏφώνονται στο πάτωμα, κι όλη η αψίδα εκπνÎει μÎσα από σÎνα. Οι μÏες που μαÏάζωναν στην αδÏάνεια τώÏα ξυπνοÏν κάτω απ' το φοÏτίο. Ο κλειδόλιθος ξÎÏει αυτό που αÏνείται ο κίονας: κατώφλι γίνεται το κενό όταν πάÏει πάνω του αυτό που θα το συνÎθλιβε. Η αψίδα κÏατά. Ο κόσμος πεÏνά. Τα σηκώνει όλα· τίποτα δεν κάνει δικό της.
Η Σκιά
Η ΑνεξάÏτητη είδε το βάÏος να συνθλίβει τον πατÎÏα της· άκουγε τη Ïάχη του, μÎÏα με τη μÎÏα, να λÎει όχι και να υποχωÏεί, και είδε τη συγγνώμη να φωλιάζει στη στάση του. Τη χÏονιά που Îπαψε να στÎκεται ίσια, το κατÎγÏαψε μÎσα της. Τη χÏονιά που τον Îθαψαν, αποφάσισε. Σμίλεψε τη ζωή της σε κοÏφιο κίονα: αÏνήθηκε την Ï€Ïόσκληση που ζητοÏσε πολλά, τον Ïόλο που απαιτοÏσε παÏουσία, την αγάπη που τη χÏειαζόταν κοντά. Κάθε άÏνηση την άφηνε ακÎÏαιη. Στα σαÏάντα της, μια ετοιμοθάνατη φίλη τής ζήτησε να πάÏει την κόÏη της κοντά της και να γίνει το σπίτι της. Το βάÏος ÎγειÏε Ï€Ïος τους ώμους της, κι η Ïάχη της απάντησε: ο ξεÏός κÏότος ενός κλειδόλιθου που βÏίσκει τη θÎση του. Το σώμα της είχε ήδη πει ναι. Θυμήθηκε τη στάση του πατÎÏα της – και το ξείπε. Πεθαίνει διακοσμητικός κίονας, ακÎÏαιη επειδή δεν σήκωσε ποτΠτίποτα. Ο πατÎÏας της, ακόμα και σπασμÎνος, ήταν κατώφλι. ■Ο Αγόγγυστος σηκώνει το βάÏος Ï€Ïιν του το ζητήσουν. Τα χÎÏια του ξÎÏουν τη μυÏωδιά των φαÏμάκων, την καÏÎκλα δίπλα στο κÏεβάτι, τον πόνο που αφήνει η αγÏυπνία στη Ïάχη. Του Îμαθαν πως το βάÏος το σηκώνεις, τη χαÏά την αφήνεις, τη σιωπή τη λες δÏναμη. Δίχως Ï„ÏαγοÏδι βάσταξε ο πατÎÏας του· δίχως Ï„ÏαγοÏδι κι ο παπποÏÏ‚ του. Ένα Ï€Ïωί, το βάÏος μετατοπίζεται. Από την καμάÏα του στήθους ανεβαίνει μια ζÎστη και σπάει στα χείλη. Τα χείλη του ανοίγουν. Τα κλείνει. Αν το βάÏος μποÏοÏσε να Ï„Ïαγουδήσει, η σιωπή του πατÎÏα του δεν ήταν ποτΠδÏναμη· ήταν μόνο σιωπή. Îα Ï„Ïαγουδήσει τώÏα θα σήμαινε πως ο πατÎÏας του Ï…Ï€ÎφεÏε μάταια, κι εκείνος δεν άντεχε να θάψει τον πατÎÏα του άλλη μία φοÏά. Πεθαίνει με τη Ïάχη ÏŒÏθια και τα χÎÏια του άδεια. Τα παιδιά του κληÏονομοÏν τη σιωπή Ï€Ïιν μάθουν τι κουβαλοÏσε. Το βάÏος μεταφÎÏεται. Το Ï„ÏαγοÏδι, ποτÎ.
Η Τομή
Ποιο βάÏος αÏνήθηκες, ώσπου οι ώμοι σου ξÎχασαν το σχήμα τους;
Î ÏοηγοÏμενο
ΓÎνεσις
Επόμενο
Θυσία
Ευδαιμονία
"Ο κλειδόλιθος αναπαÏεται στο βάÏος που σηκώνει"
ΤÎλος

Ευδαιμονία
Ο κλειδόλιθος αναπαÏεται στο βάÏος που σηκώνει
Το Κατώφλι
Η αψίδα κÏατοÏσε μια απουσία στον λαιμό της. Î ÎÏ„Ïα ÎγεÏνε σε Ï€ÎÏ„Ïα, πεÏιμÎνοντας το βάÏος που θα Îκανε την πτώση να σταθεί. Μπαίνεις στο άνοιγμα. Οι Ï€ÎÏ„Ïες γÎÏνουν Ï€Ïος εσÎνα. ÎŒ,τι ÎÏχεται να σε διεκδικήσει φοÏά τη μοÏφή του ολÎθÏου.
Η Οδός
ΜÎÏες πεÏνοÏν χωÏίς να σε χÏειάζονται. Οι ώμοι σου ξεχνοÏν το σχήμα τους. Η Ïάχη σου λυγίζει, όχι απ' το βάÏος αλλά απ' την απουσία του. Το βάÏος επιτÎλους φτάνει. Ετοιμάζεσαι να συνθλιβείς. Μα Ï€ÎÏ„Ïα κάθεται σε Ï€ÎÏ„Ïα. Οι φτÎÏνες σου καÏφώνονται στο πάτωμα, κι όλη η αψίδα εκπνÎει μÎσα από σÎνα. Οι μÏες που μαÏάζωναν στην αδÏάνεια τώÏα ξυπνοÏν κάτω απ' το φοÏτίο. Ο κλειδόλιθος ξÎÏει αυτό που αÏνείται ο κίονας: κατώφλι γίνεται το κενό όταν πάÏει πάνω του αυτό που θα το συνÎθλιβε. Η αψίδα κÏατά. Ο κόσμος πεÏνά. Τα σηκώνει όλα· τίποτα δεν κάνει δικό της.
Η Σκιά
Η ΑνεξάÏτητη είδε το βάÏος να συνθλίβει τον πατÎÏα της· άκουγε τη Ïάχη του, μÎÏα με τη μÎÏα, να λÎει όχι και να υποχωÏεί, και είδε τη συγγνώμη να φωλιάζει στη στάση του. Τη χÏονιά που Îπαψε να στÎκεται ίσια, το κατÎγÏαψε μÎσα της. Τη χÏονιά που τον Îθαψαν, αποφάσισε. Σμίλεψε τη ζωή της σε κοÏφιο κίονα: αÏνήθηκε την Ï€Ïόσκληση που ζητοÏσε πολλά, τον Ïόλο που απαιτοÏσε παÏουσία, την αγάπη που τη χÏειαζόταν κοντά. Κάθε άÏνηση την άφηνε ακÎÏαιη. Στα σαÏάντα της, μια ετοιμοθάνατη φίλη τής ζήτησε να πάÏει την κόÏη της κοντά της και να γίνει το σπίτι της. Το βάÏος ÎγειÏε Ï€Ïος τους ώμους της, κι η Ïάχη της απάντησε: ο ξεÏός κÏότος ενός κλειδόλιθου που βÏίσκει τη θÎση του. Το σώμα της είχε ήδη πει ναι. Θυμήθηκε τη στάση του πατÎÏα της – και το ξείπε. Πεθαίνει διακοσμητικός κίονας, ακÎÏαιη επειδή δεν σήκωσε ποτΠτίποτα. Ο πατÎÏας της, ακόμα και σπασμÎνος, ήταν κατώφλι. ■Ο Αγόγγυστος σηκώνει το βάÏος Ï€Ïιν του το ζητήσουν. Τα χÎÏια του ξÎÏουν τη μυÏωδιά των φαÏμάκων, την καÏÎκλα δίπλα στο κÏεβάτι, τον πόνο που αφήνει η αγÏυπνία στη Ïάχη. Του Îμαθαν πως το βάÏος το σηκώνεις, τη χαÏά την αφήνεις, τη σιωπή τη λες δÏναμη. Δίχως Ï„ÏαγοÏδι βάσταξε ο πατÎÏας του· δίχως Ï„ÏαγοÏδι κι ο παπποÏÏ‚ του. Ένα Ï€Ïωί, το βάÏος μετατοπίζεται. Από την καμάÏα του στήθους ανεβαίνει μια ζÎστη και σπάει στα χείλη. Τα χείλη του ανοίγουν. Τα κλείνει. Αν το βάÏος μποÏοÏσε να Ï„Ïαγουδήσει, η σιωπή του πατÎÏα του δεν ήταν ποτΠδÏναμη· ήταν μόνο σιωπή. Îα Ï„Ïαγουδήσει τώÏα θα σήμαινε πως ο πατÎÏας του Ï…Ï€ÎφεÏε μάταια, κι εκείνος δεν άντεχε να θάψει τον πατÎÏα του άλλη μία φοÏά. Πεθαίνει με τη Ïάχη ÏŒÏθια και τα χÎÏια του άδεια. Τα παιδιά του κληÏονομοÏν τη σιωπή Ï€Ïιν μάθουν τι κουβαλοÏσε. Το βάÏος μεταφÎÏεται. Το Ï„ÏαγοÏδι, ποτÎ.
Η Τομή
Ποιο βάÏος αÏνήθηκες, ώσπου οι ώμοι σου ξÎχασαν το σχήμα τους;
Î ÏοηγοÏμενο
ΓÎνεσις
Επόμενο
Θυσία