Ευδαιμονία

"Ο κλειδόλιθος αναπαύεται στο βάρος που σηκώνει"

Ευδαιμονία — Τέλος, Axiomata

Τέλος

Ψηλή πέτρινη αψίδα ως πύλη σε λαμπρό, στροβιλιζόμενο ουρανό από ροζ και μπλε. Πέτρινα σκαλιά οδηγούν στην αψίδα, πλαισιωμένα από σκούρα φυτά με ζωηρά ροζ και κόκκινα άνθη. Μεγάλος χρυσός κύκλος λάμπει πίσω από την κορυφή.

Ευδαιμονία

Ο κλειδόλιθος αναπαύεται στο βάρος που σηκώνει

Το Κατώφλι

Η αψίδα κρατούσε μια απουσία στον λαιμό της. Πέτρα έγερνε σε πέτρα, περιμένοντας το βάρος που θα έκανε την πτώση να σταθεί. Μπαίνεις στο άνοιγμα. Οι πέτρες γέρνουν προς εσένα. Ό,τι έρχεται να σε διεκδικήσει φορά τη μορφή του ολέθρου.

Η Οδός

Μέρες περνούν χωρίς να σε χρειάζονται. Οι ώμοι σου ξεχνούν το σχήμα τους. Η ράχη σου λυγίζει, όχι απ' το βάρος αλλά απ' την απουσία του. Το βάρος επιτέλους φτάνει. Ετοιμάζεσαι να συνθλιβείς. Μα πέτρα κάθεται σε πέτρα. Οι φτέρνες σου καρφώνονται στο πάτωμα, κι όλη η αψίδα εκπνέει μέσα από σένα. Οι μύες που μαράζωναν στην αδράνεια τώρα ξυπνούν κάτω απ' το φορτίο. Ο κλειδόλιθος ξέρει αυτό που αρνείται ο κίονας: κατώφλι γίνεται το κενό όταν πάρει πάνω του αυτό που θα το συνέθλιβε. Η αψίδα κρατά. Ο κόσμος περνά. Τα σηκώνει όλα· τίποτα δεν κάνει δικό της.

Η Σκιά

Η Ανεξάρτητη είδε το βάρος να συνθλίβει τον πατέρα της· άκουγε τη ράχη του, μέρα με τη μέρα, να λέει όχι και να υποχωρεί, και είδε τη συγγνώμη να φωλιάζει στη στάση του. Τη χρονιά που έπαψε να στέκεται ίσια, το κατέγραψε μέσα της. Τη χρονιά που τον έθαψαν, αποφάσισε. Σμίλεψε τη ζωή της σε κούφιο κίονα: αρνήθηκε την πρόσκληση που ζητούσε πολλά, τον ρόλο που απαιτούσε παρουσία, την αγάπη που τη χρειαζόταν κοντά. Κάθε άρνηση την άφηνε ακέραιη. Στα σαράντα της, μια ετοιμοθάνατη φίλη τής ζήτησε να πάρει την κόρη της κοντά της και να γίνει το σπίτι της. Το βάρος έγειρε προς τους ώμους της, κι η ράχη της απάντησε: ο ξερός κρότος ενός κλειδόλιθου που βρίσκει τη θέση του. Το σώμα της είχε ήδη πει ναι. Θυμήθηκε τη στάση του πατέρα της – και το ξείπε. Πεθαίνει διακοσμητικός κίονας, ακέραιη επειδή δεν σήκωσε ποτέ τίποτα. Ο πατέρας της, ακόμα και σπασμένος, ήταν κατώφλι. ❖ Ο Αγόγγυστος σηκώνει το βάρος πριν του το ζητήσουν. Τα χέρια του ξέρουν τη μυρωδιά των φαρμάκων, την καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι, τον πόνο που αφήνει η αγρυπνία στη ράχη. Του έμαθαν πως το βάρος το σηκώνεις, τη χαρά την αφήνεις, τη σιωπή τη λες δύναμη. Δίχως τραγούδι βάσταξε ο πατέρας του· δίχως τραγούδι κι ο παππούς του. Ένα πρωί, το βάρος μετατοπίζεται. Από την καμάρα του στήθους ανεβαίνει μια ζέστη και σπάει στα χείλη. Τα χείλη του ανοίγουν. Τα κλείνει. Αν το βάρος μπορούσε να τραγουδήσει, η σιωπή του πατέρα του δεν ήταν ποτέ δύναμη· ήταν μόνο σιωπή. Να τραγουδήσει τώρα θα σήμαινε πως ο πατέρας του υπέφερε μάταια, κι εκείνος δεν άντεχε να θάψει τον πατέρα του άλλη μία φορά. Πεθαίνει με τη ράχη όρθια και τα χέρια του άδεια. Τα παιδιά του κληρονομούν τη σιωπή πριν μάθουν τι κουβαλούσε. Το βάρος μεταφέρεται. Το τραγούδι, ποτέ.

Η Τομή

Ποιο βάρος αρνήθηκες, ώσπου οι ώμοι σου ξέχασαν το σχήμα τους;

Προηγούμενο

Γένεσις

Επόμενο

Θυσία