ΑκεÏαιότητα
ΑÏετή
"Η καμπάνα ομολογεί στο σφυÏί"
Το Κατώφλι
Η καμπάνα δεν κÏατά μυστικά. Το ψεγάδι που ο χυτευτής νόμιζε θαμμÎνο, το σφυÏί το βÏίσκει. ΧτÏπα, κι ο μπÏοÏντζος αποκÏίνεται. Η ÏαγισμÎνη καμπάνα θÏηνεί. Η κοÏφια καταπίνει τον ίδιο της τον ήχο. Η ατόφια Ï„Ïαγουδάει. Το σφυÏί θα Ï€Îσει. Θα σε βÏει απÏοετοίμαστο. ÎŒ,τι απαντήσει, αυτό είσαι. Δεν υπάÏχει Ï€Ïόβα.
Η Οδός
Έμαθες στην καμπάνα Ï€Î¿Ï Î½Î± ηχεί καθαÏά. Εκεί, όταν Îπεσε το σφυÏί, Ï„ÏαγοÏδησε. ΎστεÏα το χτÏπημα βÏήκε Îνα λεπτότεÏο τοίχωμα. Î Ïώτη αποκÏίθηκε η Ïωγμή. Το δωμάτιο κÏάτησε την ανάσα του, κι ο λαιμός σου Îκλεισε· όχι απ' την κÏίση τους, αλλά απ' το πιο άγÏιο Îλεος: σε άκουσαν. Η νότα κÏεμάστηκε στον αÎÏα. Την αναγνώÏισαν Ï€Ïιν από σÎνα. Κι όμως, ο μπÏοÏντζος άντεξε. Η Ïωγμή δεν σου πήÏε τίποτα, παÏά μόνο την Ï€Ïόβα.
Η Σκιά
Ο Îηφάλιος ήχησε μια φοÏά, αφÏλακτος, και το δωμάτιο σώπασε· η σιωπή ανθÏώπων που ζυγίζουν αυτό που μόλις άκουσαν. Τα Ï€Ïόσωπά τους άλλαξαν. Είχαν ακοÏσει ομοÏφιά ή Ïήγμα; Η αβεβαιότητα ήταν χειÏότεÏη κι απ' τα δÏο. ΤώÏα τυλίγει τον μπÏοÏντζο του σε βελοÏδο και τελειοποιεί τη σιωπή του. Όταν Ï€Îφτει το σφυÏί, συναντά μονάχα Ïφασμα. Îσπου μια γυναίκα τον βÏίσκει χωÏίς βελοÏδο. ΛÎει μια φÏάση· καθαÏÏŒ χτÏπημα στη Ïωγμή που είχε κÏÏψει κι απ' τον εαυτό του. Το στÎÏνο του γεμίζει ήχο· εκείνος τον καταπίνει. Το βλÎμμα της μÎνει στο Ï€Ïόσωπό του· ψάχνει τη νότα. Μιλάει ξανά. Πάλι Ïφασμα. ΦεÏγει αÏγά, αφουγκÏαζόμενη μια καμπάνα που εκείνος δεν θ' αφήσει ποτΠνα ηχήσει. ΠεÏνά από δωμάτιο σε δωμάτιο κι αφήνει το καθÎνα ακÏιβώς όσο σιωπηλό το βÏήκε. ΜπÏοÏντζος τυλιγμÎνος ενάντια στον ίδιο του τον ήχο, χÏόνο με τον χÏόνο, ώσπου το Ï„Ïλιγμα να γίνει η καμπάνα: πεθαίνει Ï€ÎÏ„Ïα, κι η Ï€ÎÏ„Ïα δεν κÏατά καμιά νότα. ■Η ΕιλικÏινής χτυπήθηκε μια φοÏά και άκουσε τον εαυτό της να ηχεί παÏάφωνα. Η νότα Îμεινε κÏεμασμÎνη στο δωμάτιο πεÏισσότεÏο απ' όσο άντεχε. Αν αυτός ήταν ο ήχος της, θα τον Îκανε δικό της. ΠαίÏνει η ίδια το σφυÏί. Χτυπά ξανά και ξανά και βαθαίνει τη Ïωγμή της. Αυτός είναι ο αληθινός μου ήχος. Σε κάθε δωμάτιο σπάει τον εαυτό της Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει να Ï€Îσει ξÎνο σφυÏί. Η ομολογία σκληÏαίνει σε απειλή: άκουσΠμε ή φÏγε. Την ακοÏν. Κάποιοι μÎνουν. Ακόμη και σπασμÎνη, μια καμπάνα μαζεÏει κοινό. Ένας μÎνει λίγο ακόμα· αÏκετά για ν' ακοÏσει τη νότα κάτω απ' τη Ïωγμή. Της λÎει χαμηλόφωνα: αυτή δεν είναι η φωνή σου. Εκείνη χτυπά πιο δυνατά, κι αυτός τινάζεται. Κάτι γνώÏιμο την καίει, μιλώντας με τη φωνή της ειλικÏίνειας. Σωπαίνει. Κάτω απ' το σπάσιμο αÏχίζει να ηχεί μια καθαÏή νότα. ΣφυÏοκοπά το ίδιο Ïήγμα, χÏόνο με τον χÏόνο, ώσπου δεν απομÎνει πια καμπάνα – μόνο η θÏαÏση, κι η θÏαÏση είναι ÏŒ,τι ηχεί.
Η Τομή
Ποια Ïωγμή χτυπάς Ï€Ïώτα, για να μη σου τη βÏει κανείς άλλος;
Î ÏοηγοÏμενο
ΦÏόνηση
Επόμενο
ΣωφÏοσÏνη
ΑκεÏαιότητα
"Η καμπάνα ομολογεί στο σφυÏί"
ΑÏετή

ΑκÎΜÏαιότητα
Η καμπάνα ομολογεί στο σφυÏί
Το Κατώφλι
Η καμπάνα δεν κÏατά μυστικά. Το ψεγάδι που ο χυτευτής νόμιζε θαμμÎνο, το σφυÏί το βÏίσκει. ΧτÏπα, κι ο μπÏοÏντζος αποκÏίνεται. Η ÏαγισμÎνη καμπάνα θÏηνεί. Η κοÏφια καταπίνει τον ίδιο της τον ήχο. Η ατόφια Ï„Ïαγουδάει. Το σφυÏί θα Ï€Îσει. Θα σε βÏει απÏοετοίμαστο. ÎŒ,τι απαντήσει, αυτό είσαι. Δεν υπάÏχει Ï€Ïόβα.
Η Οδός
Έμαθες στην καμπάνα Ï€Î¿Ï Î½Î± ηχεί καθαÏά. Εκεί, όταν Îπεσε το σφυÏί, Ï„ÏαγοÏδησε. ΎστεÏα το χτÏπημα βÏήκε Îνα λεπτότεÏο τοίχωμα. Î Ïώτη αποκÏίθηκε η Ïωγμή. Το δωμάτιο κÏάτησε την ανάσα του, κι ο λαιμός σου Îκλεισε· όχι απ' την κÏίση τους, αλλά απ' το πιο άγÏιο Îλεος: σε άκουσαν. Η νότα κÏεμάστηκε στον αÎÏα. Την αναγνώÏισαν Ï€Ïιν από σÎνα. Κι όμως, ο μπÏοÏντζος άντεξε. Η Ïωγμή δεν σου πήÏε τίποτα, παÏά μόνο την Ï€Ïόβα.
Η Σκιά
Ο Îηφάλιος ήχησε μια φοÏά, αφÏλακτος, και το δωμάτιο σώπασε· η σιωπή ανθÏώπων που ζυγίζουν αυτό που μόλις άκουσαν. Τα Ï€Ïόσωπά τους άλλαξαν. Είχαν ακοÏσει ομοÏφιά ή Ïήγμα; Η αβεβαιότητα ήταν χειÏότεÏη κι απ' τα δÏο. ΤώÏα τυλίγει τον μπÏοÏντζο του σε βελοÏδο και τελειοποιεί τη σιωπή του. Όταν Ï€Îφτει το σφυÏί, συναντά μονάχα Ïφασμα. Îσπου μια γυναίκα τον βÏίσκει χωÏίς βελοÏδο. ΛÎει μια φÏάση· καθαÏÏŒ χτÏπημα στη Ïωγμή που είχε κÏÏψει κι απ' τον εαυτό του. Το στÎÏνο του γεμίζει ήχο· εκείνος τον καταπίνει. Το βλÎμμα της μÎνει στο Ï€Ïόσωπό του· ψάχνει τη νότα. Μιλάει ξανά. Πάλι Ïφασμα. ΦεÏγει αÏγά, αφουγκÏαζόμενη μια καμπάνα που εκείνος δεν θ' αφήσει ποτΠνα ηχήσει. ΠεÏνά από δωμάτιο σε δωμάτιο κι αφήνει το καθÎνα ακÏιβώς όσο σιωπηλό το βÏήκε. ΜπÏοÏντζος τυλιγμÎνος ενάντια στον ίδιο του τον ήχο, χÏόνο με τον χÏόνο, ώσπου το Ï„Ïλιγμα να γίνει η καμπάνα: πεθαίνει Ï€ÎÏ„Ïα, κι η Ï€ÎÏ„Ïα δεν κÏατά καμιά νότα. ■Η ΕιλικÏινής χτυπήθηκε μια φοÏά και άκουσε τον εαυτό της να ηχεί παÏάφωνα. Η νότα Îμεινε κÏεμασμÎνη στο δωμάτιο πεÏισσότεÏο απ' όσο άντεχε. Αν αυτός ήταν ο ήχος της, θα τον Îκανε δικό της. ΠαίÏνει η ίδια το σφυÏί. Χτυπά ξανά και ξανά και βαθαίνει τη Ïωγμή της. Αυτός είναι ο αληθινός μου ήχος. Σε κάθε δωμάτιο σπάει τον εαυτό της Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει να Ï€Îσει ξÎνο σφυÏί. Η ομολογία σκληÏαίνει σε απειλή: άκουσΠμε ή φÏγε. Την ακοÏν. Κάποιοι μÎνουν. Ακόμη και σπασμÎνη, μια καμπάνα μαζεÏει κοινό. Ένας μÎνει λίγο ακόμα· αÏκετά για ν' ακοÏσει τη νότα κάτω απ' τη Ïωγμή. Της λÎει χαμηλόφωνα: αυτή δεν είναι η φωνή σου. Εκείνη χτυπά πιο δυνατά, κι αυτός τινάζεται. Κάτι γνώÏιμο την καίει, μιλώντας με τη φωνή της ειλικÏίνειας. Σωπαίνει. Κάτω απ' το σπάσιμο αÏχίζει να ηχεί μια καθαÏή νότα. ΣφυÏοκοπά το ίδιο Ïήγμα, χÏόνο με τον χÏόνο, ώσπου δεν απομÎνει πια καμπάνα – μόνο η θÏαÏση, κι η θÏαÏση είναι ÏŒ,τι ηχεί.
Η Τομή
Ποια Ïωγμή χτυπάς Ï€Ïώτα, για να μη σου τη βÏει κανείς άλλος;
Î ÏοηγοÏμενο
ΦÏόνηση
Επόμενο
ΣωφÏοσÏνη