ΦÏόνηση
ΑÏετή
"Ο Ïφαλος δεν Ïωτά ποιος ήταν βÎβαιος"
Το Κατώφλι
Ο χάÏτης στα χÎÏια σου είναι απολίθωμα· το σημάδι ενός κόσμου που Îμεινε ακίνητος αÏκετή ÏŽÏα ώστε να χαÏαχτεί. Μα η θάλασσα ζει μόνο στο τώÏα. Το κÏμα που σηκώνει τη γάστÏα δεν χÏωστά τίποτα στο μελάνι. Το κατάστÏωμα φεÏγει κάτω απ' τα πόδια σου. Το αλάτι γδÎÏνει τα μάτια σου. Το τιμόνι αφηνιάζει. ΓεÏεσαι τη θÏελλα Ï€Ïιν ακόμη σκιστεί ο ουÏανός. Ο χάÏτης θυμάται Ï€Î¿Ï ÎµÏ€Îζησαν άλλοι. Το νεÏÏŒ κÏÏβει το σημείο όπου μποÏεί να μη σωθείς εσÏ.
Η Οδός
Αλάτι στα μάτια, χάÏτης στη γÏοθιά. Ο αÏχάÏιος μÎσα σου λαχταÏά βεβαιότητα· μια ποÏεία ν' ακολουθήσει. Τη φοÏάς σαν πανοπλία. Σαν πανοπλία, σε Ï„Ïαβά στον πάτο. Ο καπετάνιος μÎσα σου ξÎÏει αυτό που ο αÏχάÏιος δεν αντÎχει: η απόλυτη βεβαιότητα οδηγεί ίσια στον Ïφαλο. Κάθε κανόνας τηÏημÎνος, κάθε ποÏεία σωστή. Όλες οι ψυχÎÏ‚ χαμÎνες. ΚÏατάς και τα δÏο: χάÏτη στο Îνα χÎÏι, τιμόνι στο άλλο. Ο χάÏτης λÎει δεξιά· τα κόκαλά σου Ï„ÏαβοÏν αÏιστεÏά. Για μια ανάσα, είστε δÏο ναÏτες στο ίδιο σκαÏί, ο καθÎνας βÎβαιος πως ο άλλος θα σε τσακίσει. Όλα υποτάσσονται σε μία εÏώτηση: θα δουν οι δικοί σου λιμάνι ως το Ï€Ïωί;
Η Σκιά
Για τον Ευσυνείδητο, η αβεβαιότητα είναι αίÏεση. Ο πατÎÏας του κυβεÏνοÏσε με το Îνστικτο είκοσι χÏόνια. Η θάλασσα του απαντοÏσε, μÎχÏι που σταμάτησε. Ένας χάÏτης Îσωσε τον γιο στο ίδιο Ï€ÎÏασμα που σκότωσε τον πατÎÏα του. Δεν εμπιστεÏτηκε ποτΠτίποτ' άλλο. Χτίζει ιεÏÏŒ από χαÏτί. ΧαÏάζει ακτογÏαμμÎÏ‚ ώσπου τα δάχτυλά του να τις γνωÏίζουν στο σκοτάδι. Όταν τα κÏματα λÎνε Îνα κι ο χάÏτης άλλο, διοÏθώνει τα κÏματα. Η θάλασσα ψεÏδεται. Το μελάνι θυμάται. Ένα βÏάδυ, η γάστÏα Ï„ÏÎμει σ' Îνα ÏεÏμα που κανÎνας χάÏτης δεν κατÎγÏαψε ποτÎ. Το γεÏεται Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει να το χαÏάξει μελάνι: το νεÏÏŒ εδώ είναι λάθος. Î Î¿Î»Ï Ïηχό· Ï€Î¿Î»Ï Î±ÎºÎ¯Î½Î·Ï„Î¿. Ο πατÎÏας του ξυπνά μες στο αίμα του κι απλώνει τα χÎÏια στο τιμόνι μÎσα από τα χÎÏια του γιου του. ΣÎÏνει το βλÎμμα πίσω στο χαÏτί. Σημειώνει το σφάλμα της θάλασσας στο πεÏιθώÏιο, κÏατά την ποÏεία του κι οδηγεί με απόλυτη ακÏίβεια πάνω στο καθαÏÏŒ νεÏÏŒ του χάÏτη. Η γάστÏα χτυπά κάτι που δεν ήταν εκεί Ï€Ïιν από δÎκα χÏόνια. Βουλιάζει με τον χάÏτη ακόμη στα χÎÏια του. Η ξÎÏα είχε μετατοπιστεί· το μελάνι Îμεινε βÎβαιο. ■Η Ενστικτώδης είδε να Ï„ÏαβοÏν τον Ï€Î±Ï€Ï€Î¿Ï Ï„Î·Ï‚ από το νεÏÏŒ, με τον χάÏτη ακόμη σφιγμÎνο στη γÏοθιά του – ξεπεÏασμÎνο μόλις κατά μία εποχή. Στην αÏχή δεν μισοÏσε τους χάÏτες. ΜισοÏσε εκείνους που Îλεγαν πως ο παπποÏÏ‚ της ÎÏ€Ïεπε να ξÎÏει καλÏτεÏα. ΎστεÏα μίσησε το μελάνι που τους Îδινε λόγια. ΤώÏα καίει κάθε χάÏτη Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει να κατηγοÏήσει αυτοÏÏ‚ που Ï€Îθαναν. Το σώμα θυμάται: αλάτι στη γλώσσα, Ï„Ïάβηγμα στον καÏπό, Ï€Ïοειδοποίηση μÎσα απ' τα ξÏλα. Για Îναν μήνα, πλÎει με οδηγό το ÏεÏμα, το αλάτι και το Ï„Ïίξιμο στα σανίδια. Η θάλασσα ανοίγεται. Ένα ξαφνικό Ï„Ïάβηγμα στο ÏεÏμα, κι εκείνη στÏίβει απότομα το τιμόνι και γλιτώνει Îναν Ïφαλο που κανÎνας χάÏτης δεν σημάδεψε ποτÎ. ΎστεÏα μια αιχμηÏή σκιά σκίζει την επιφάνεια. Ο βÏάχος υψώνεται εκεί όπου δεν φτάνει το Îνστικτό της: Ï€Î¿Î»Ï ÎºÏÏος για το αίμα· Ï€Î¿Î»Ï Î±ÎºÎ¯Î½Î·Ï„Î¿Ï‚ για τα νεÏÏα. Τα μάτια της είναι ο μόνος χάÏτης που δεν μποÏεί να κάψει. Τον καίει όπως μποÏεί: τα κλείνει, και πιÎζει την παλάμη στα σανίδια. Μια ανάσα σιωπής, και ο Ïφαλος παίÏνει τη γάστÏα.
Η Τομή
Ποιο πνιγμÎνο χÎÏι κÏατά ακόμη το τιμόνι σου;
Î ÏοηγοÏμενο
Ανάφλεξη
Επόμενο
ΑκεÏαιότητα
ΦÏόνηση
"Ο Ïφαλος δεν Ïωτά ποιος ήταν βÎβαιος"
ΑÏετή

ΦÏόνηÏƑη
Ο Ïφαλος δεν Ïωτά ποιος ήταν βÎβαιος
Το Κατώφλι
Ο χάÏτης στα χÎÏια σου είναι απολίθωμα· το σημάδι ενός κόσμου που Îμεινε ακίνητος αÏκετή ÏŽÏα ώστε να χαÏαχτεί. Μα η θάλασσα ζει μόνο στο τώÏα. Το κÏμα που σηκώνει τη γάστÏα δεν χÏωστά τίποτα στο μελάνι. Το κατάστÏωμα φεÏγει κάτω απ' τα πόδια σου. Το αλάτι γδÎÏνει τα μάτια σου. Το τιμόνι αφηνιάζει. ΓεÏεσαι τη θÏελλα Ï€Ïιν ακόμη σκιστεί ο ουÏανός. Ο χάÏτης θυμάται Ï€Î¿Ï ÎµÏ€Îζησαν άλλοι. Το νεÏÏŒ κÏÏβει το σημείο όπου μποÏεί να μη σωθείς εσÏ.
Η Οδός
Αλάτι στα μάτια, χάÏτης στη γÏοθιά. Ο αÏχάÏιος μÎσα σου λαχταÏά βεβαιότητα· μια ποÏεία ν' ακολουθήσει. Τη φοÏάς σαν πανοπλία. Σαν πανοπλία, σε Ï„Ïαβά στον πάτο. Ο καπετάνιος μÎσα σου ξÎÏει αυτό που ο αÏχάÏιος δεν αντÎχει: η απόλυτη βεβαιότητα οδηγεί ίσια στον Ïφαλο. Κάθε κανόνας τηÏημÎνος, κάθε ποÏεία σωστή. Όλες οι ψυχÎÏ‚ χαμÎνες. ΚÏατάς και τα δÏο: χάÏτη στο Îνα χÎÏι, τιμόνι στο άλλο. Ο χάÏτης λÎει δεξιά· τα κόκαλά σου Ï„ÏαβοÏν αÏιστεÏά. Για μια ανάσα, είστε δÏο ναÏτες στο ίδιο σκαÏί, ο καθÎνας βÎβαιος πως ο άλλος θα σε τσακίσει. Όλα υποτάσσονται σε μία εÏώτηση: θα δουν οι δικοί σου λιμάνι ως το Ï€Ïωί;
Η Σκιά
Για τον Ευσυνείδητο, η αβεβαιότητα είναι αίÏεση. Ο πατÎÏας του κυβεÏνοÏσε με το Îνστικτο είκοσι χÏόνια. Η θάλασσα του απαντοÏσε, μÎχÏι που σταμάτησε. Ένας χάÏτης Îσωσε τον γιο στο ίδιο Ï€ÎÏασμα που σκότωσε τον πατÎÏα του. Δεν εμπιστεÏτηκε ποτΠτίποτ' άλλο. Χτίζει ιεÏÏŒ από χαÏτί. ΧαÏάζει ακτογÏαμμÎÏ‚ ώσπου τα δάχτυλά του να τις γνωÏίζουν στο σκοτάδι. Όταν τα κÏματα λÎνε Îνα κι ο χάÏτης άλλο, διοÏθώνει τα κÏματα. Η θάλασσα ψεÏδεται. Το μελάνι θυμάται. Ένα βÏάδυ, η γάστÏα Ï„ÏÎμει σ' Îνα ÏεÏμα που κανÎνας χάÏτης δεν κατÎγÏαψε ποτÎ. Το γεÏεται Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει να το χαÏάξει μελάνι: το νεÏÏŒ εδώ είναι λάθος. Î Î¿Î»Ï Ïηχό· Ï€Î¿Î»Ï Î±ÎºÎ¯Î½Î·Ï„Î¿. Ο πατÎÏας του ξυπνά μες στο αίμα του κι απλώνει τα χÎÏια στο τιμόνι μÎσα από τα χÎÏια του γιου του. ΣÎÏνει το βλÎμμα πίσω στο χαÏτί. Σημειώνει το σφάλμα της θάλασσας στο πεÏιθώÏιο, κÏατά την ποÏεία του κι οδηγεί με απόλυτη ακÏίβεια πάνω στο καθαÏÏŒ νεÏÏŒ του χάÏτη. Η γάστÏα χτυπά κάτι που δεν ήταν εκεί Ï€Ïιν από δÎκα χÏόνια. Βουλιάζει με τον χάÏτη ακόμη στα χÎÏια του. Η ξÎÏα είχε μετατοπιστεί· το μελάνι Îμεινε βÎβαιο. ■Η Ενστικτώδης είδε να Ï„ÏαβοÏν τον Ï€Î±Ï€Ï€Î¿Ï Ï„Î·Ï‚ από το νεÏÏŒ, με τον χάÏτη ακόμη σφιγμÎνο στη γÏοθιά του – ξεπεÏασμÎνο μόλις κατά μία εποχή. Στην αÏχή δεν μισοÏσε τους χάÏτες. ΜισοÏσε εκείνους που Îλεγαν πως ο παπποÏÏ‚ της ÎÏ€Ïεπε να ξÎÏει καλÏτεÏα. ΎστεÏα μίσησε το μελάνι που τους Îδινε λόγια. ΤώÏα καίει κάθε χάÏτη Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει να κατηγοÏήσει αυτοÏÏ‚ που Ï€Îθαναν. Το σώμα θυμάται: αλάτι στη γλώσσα, Ï„Ïάβηγμα στον καÏπό, Ï€Ïοειδοποίηση μÎσα απ' τα ξÏλα. Για Îναν μήνα, πλÎει με οδηγό το ÏεÏμα, το αλάτι και το Ï„Ïίξιμο στα σανίδια. Η θάλασσα ανοίγεται. Ένα ξαφνικό Ï„Ïάβηγμα στο ÏεÏμα, κι εκείνη στÏίβει απότομα το τιμόνι και γλιτώνει Îναν Ïφαλο που κανÎνας χάÏτης δεν σημάδεψε ποτÎ. ΎστεÏα μια αιχμηÏή σκιά σκίζει την επιφάνεια. Ο βÏάχος υψώνεται εκεί όπου δεν φτάνει το Îνστικτό της: Ï€Î¿Î»Ï ÎºÏÏος για το αίμα· Ï€Î¿Î»Ï Î±ÎºÎ¯Î½Î·Ï„Î¿Ï‚ για τα νεÏÏα. Τα μάτια της είναι ο μόνος χάÏτης που δεν μποÏεί να κάψει. Τον καίει όπως μποÏεί: τα κλείνει, και πιÎζει την παλάμη στα σανίδια. Μια ανάσα σιωπής, και ο Ïφαλος παίÏνει τη γάστÏα.
Η Τομή
Ποιο πνιγμÎνο χÎÏι κÏατά ακόμη το τιμόνι σου;
Î ÏοηγοÏμενο
Ανάφλεξη
Επόμενο
ΑκεÏαιότητα