Απολογισμός
Μνήμη
"Κάθε λουκέτο κρατά δυο φυλακισμένους"
Το Κατώφλι
Η ζωή σου είναι ένα σπίτι που ξέρεις κάθε του τρίξιμο – εκτός από ένα δωμάτιο. Αυτό που σφράγισες τη νύχτα που διάλεξες σιωπή. Το μυαλό ξέχασε την κλειδαριά, μα η παλάμη θυμάται ακόμα το κλειδί της. Περνούν χρόνια. Αναδιατάσσεις τον διάδρομο για να μην αντικρίσεις ποτέ την πόρτα, μα η κάσα σκεβρώνει ό,τι κι αν έκανες. Το ξύλο στενάζει κάτω από βάρος που δεν του ανήκει, ενώ η σιωπή αιμορραγεί κάτω απ' την πόρτα σαν μαύρο νερό. Το χέρι σου βρίσκει την κλειδαριά. Η σκουριά αντιστέκεται, έπειτα ραγίζει. Η πόρτα υποχωρεί.
Η Οδός
Διαβαίνεις το κατώφλι. Ο αέρας είναι πηχτός, αποπνέει σκουριά και φόβο. Είναι εκεί: γυμνά πόδια στο κρύο τσιμέντο, χέρια κλειδωμένα γύρω από το δοκάρι. Δεν έχει κουνηθεί από τη νύχτα που σφράγισες αυτήν την πόρτα. Τα μάτια του σε βρίσκουν. Στο πρόσωπό του, καμιά κατηγορία – μόνο η απόλυτη ακινησία κάποιου που δεν σταμάτησε ποτέ ν' ακούει το βήμα σου. Την αγρύπνια που εγκατέλειψες, εκείνος την κράτησε. Η δύναμη που χρειάστηκε για να τον σφραγίσεις εδώ δεν ήταν τίποτα μπροστά σ' αυτήν που τον κράτησε. Τα γόνατά σου χτυπούν το τσιμέντο. Ανάπαυσου τώρα. Θα το σηκώσω εγώ. Ό,τι είχες σφραγίσει ξεχειλίζει στο στήθος σου, μα δεν καταρρέεις. Στέκεις, συναντάς το βλέμμα του, αφήνεις το βάρος σου να γείρει πλάι στο δικό του. Οι ώμοι του χαλαρώνουν· τα χέρια του αφήνουν το δοκάρι. Ο τοίχος πίσω του τρέμει συθέμελα, ραγίζει· το φως ξεχύνεται. Κανείς από τους δυο σας δεν κοιτάει αλλού.
Η Σκιά
Το χέρι της Ανθεκτικής βρίσκει την κλειδαριά, μα ο καρπός της δεν γυρίζει. Το σώμα θυμάται ό,τι το μυαλό ξανάγραψε. Πίσω από την πόρτα, μια φωνή παιδική: Γιατί κλείνεις την πόρτα; Αποφασίζει πως το δωμάτιο δεν υπάρχει. Όταν η φωνή αιμορραγεί απ' τους τοίχους, αποφασίζει πως ολόκληρο το σπίτι σαπίζει. Μια νύχτα ανάβει το σπίρτο. Φωτογραφίες κουλουριάζονται· το χαλί μαυρίζει. Τρέχει ξυπόλητη στο σκοτάδι, λέγοντας στον εαυτό της πως η λάμψη πίσω της είναι ανατολή. Νέα πόλη. Νέοι τοίχοι. Ίδια χέρια. Στο σκοτάδι τα δάχτυλά της βρίσκουν ένα χερούλι. Η ίδια ακριβώς υφή του ξύλου κάτω απ' την παλάμη. Το δωμάτιο που έκαψε δεν ήταν ποτέ μέσα στο σπίτι. ❖ Ο Ελεήμων ανοίγει την πόρτα. Βλέπει το παιδί. Γονατίζει. Σε βλέπω. Ξέρω τι έγινε. Ανάπαυσου τώρα. Κάτι λύνεται μέσα στο στήθος του – ζεστασιά που την μπερδεύει με άφεση. Το χέρι του βρίσκει τον ώμο του παιδιού και μ' εκείνο το άγγιγμα, νιώθει σίγουρος πως τα χειρότερα πέρασαν. Σηκώνεται. Περνάει την πόρτα, κι αυτή μένει ανοιχτή. Δεν ξαναπερνά αυτό το κατώφλι. Μιλά για το δωμάτιο, κι όσο η αφήγηση φουσκώνει, η αλήθεια ξεθωριάζει. Όταν λέει την ιστορία, τα χέρια του αναπαριστούν το γονάτισμα. Το πρόσωπο του παιδιού, το πλάθει. Επισκέπτες ρωτούν τι βρήκε εκεί μέσα. Κανείς δεν ρωτά τι άφησε. Το αγόρι είναι ακόμα εκεί. Τα χέρια του δεν κουνήθηκαν. Η πόρτα μένει ανοιχτή σε ακροατές που πιστεύουν πως η διάσωση έγινε.
Η Τομή
Ποιος γερνά στο δωμάτιο που σφράγισες?
Απολογισμός
"Κάθε λουκέτο κρατά δυο φυλακισμένους"
Μνήμη

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
Κάθε λουκέτο κρατά δυο φυλακισμένους
Το Κατώφλι
Η ζωή σου είναι ένα σπίτι που ξέρεις κάθε του τρίξιμο – εκτός από ένα δωμάτιο. Αυτό που σφράγισες τη νύχτα που διάλεξες σιωπή. Το μυαλό ξέχασε την κλειδαριά, μα η παλάμη θυμάται ακόμα το κλειδί της. Περνούν χρόνια. Αναδιατάσσεις τον διάδρομο για να μην αντικρίσεις ποτέ την πόρτα, μα η κάσα σκεβρώνει ό,τι κι αν έκανες. Το ξύλο στενάζει κάτω από βάρος που δεν του ανήκει, ενώ η σιωπή αιμορραγεί κάτω απ' την πόρτα σαν μαύρο νερό. Το χέρι σου βρίσκει την κλειδαριά. Η σκουριά αντιστέκεται, έπειτα ραγίζει. Η πόρτα υποχωρεί.
Η Οδός
Διαβαίνεις το κατώφλι. Ο αέρας είναι πηχτός, αποπνέει σκουριά και φόβο. Είναι εκεί: γυμνά πόδια στο κρύο τσιμέντο, χέρια κλειδωμένα γύρω από το δοκάρι. Δεν έχει κουνηθεί από τη νύχτα που σφράγισες αυτήν την πόρτα. Τα μάτια του σε βρίσκουν. Στο πρόσωπό του, καμιά κατηγορία – μόνο η απόλυτη ακινησία κάποιου που δεν σταμάτησε ποτέ ν' ακούει το βήμα σου. Την αγρύπνια που εγκατέλειψες, εκείνος την κράτησε. Η δύναμη που χρειάστηκε για να τον σφραγίσεις εδώ δεν ήταν τίποτα μπροστά σ' αυτήν που τον κράτησε. Τα γόνατά σου χτυπούν το τσιμέντο. Ανάπαυσου τώρα. Θα το σηκώσω εγώ. Ό,τι είχες σφραγίσει ξεχειλίζει στο στήθος σου, μα δεν καταρρέεις. Στέκεις, συναντάς το βλέμμα του, αφήνεις το βάρος σου να γείρει πλάι στο δικό του. Οι ώμοι του χαλαρώνουν· τα χέρια του αφήνουν το δοκάρι. Ο τοίχος πίσω του τρέμει συθέμελα, ραγίζει· το φως ξεχύνεται. Κανείς από τους δυο σας δεν κοιτάει αλλού.
Η Σκιά
Το χέρι της Ανθεκτικής βρίσκει την κλειδαριά, μα ο καρπός της δεν γυρίζει. Το σώμα θυμάται ό,τι το μυαλό ξανάγραψε. Πίσω από την πόρτα, μια φωνή παιδική: Γιατί κλείνεις την πόρτα; Αποφασίζει πως το δωμάτιο δεν υπάρχει. Όταν η φωνή αιμορραγεί απ' τους τοίχους, αποφασίζει πως ολόκληρο το σπίτι σαπίζει. Μια νύχτα ανάβει το σπίρτο. Φωτογραφίες κουλουριάζονται· το χαλί μαυρίζει. Τρέχει ξυπόλητη στο σκοτάδι, λέγοντας στον εαυτό της πως η λάμψη πίσω της είναι ανατολή. Νέα πόλη. Νέοι τοίχοι. Ίδια χέρια. Στο σκοτάδι τα δάχτυλά της βρίσκουν ένα χερούλι. Η ίδια ακριβώς υφή του ξύλου κάτω απ' την παλάμη. Το δωμάτιο που έκαψε δεν ήταν ποτέ μέσα στο σπίτι. ❖ Ο Ελεήμων ανοίγει την πόρτα. Βλέπει το παιδί. Γονατίζει. Σε βλέπω. Ξέρω τι έγινε. Ανάπαυσου τώρα. Κάτι λύνεται μέσα στο στήθος του – ζεστασιά που την μπερδεύει με άφεση. Το χέρι του βρίσκει τον ώμο του παιδιού και μ' εκείνο το άγγιγμα, νιώθει σίγουρος πως τα χειρότερα πέρασαν. Σηκώνεται. Περνάει την πόρτα, κι αυτή μένει ανοιχτή. Δεν ξαναπερνά αυτό το κατώφλι. Μιλά για το δωμάτιο, κι όσο η αφήγηση φουσκώνει, η αλήθεια ξεθωριάζει. Όταν λέει την ιστορία, τα χέρια του αναπαριστούν το γονάτισμα. Το πρόσωπο του παιδιού, το πλάθει. Επισκέπτες ρωτούν τι βρήκε εκεί μέσα. Κανείς δεν ρωτά τι άφησε. Το αγόρι είναι ακόμα εκεί. Τα χέρια του δεν κουνήθηκαν. Η πόρτα μένει ανοιχτή σε ακροατές που πιστεύουν πως η διάσωση έγινε.
Η Τομή
Ποιος γερνά στο δωμάτιο που σφράγισες?