Χάρις

"Ο καρπός πέφτει για τον σπόρο, όχι για το χώμα"

Χάρις — Αρετή, Axiomata

Αρετή

Σκοτεινός, στρεβλωμένος κορμός δέντρου σε φόντο βαθύ τυρκουάζ με ζωηρή φυλλωσιά από ροζ και ματζέντα. Λαμπερές χρυσές κλωστές και μόρια φωτός ξεχύνονται από τα φύλλα.

Χάρις

Ο καρπός πέφτει για τον σπόρο, όχι για το χώμα

Το Κατώφλι

Ριζωμένο και σιωπηλό, κλαδιά βαριά από καρπό. Δεν ρωτά τι περιμένει από κάτω· ανοιχτές παλάμες ή γυμνός βράχος. Καρποφορεί ώσπου το κλαδί να λυγίσει, κι αφήνει. Ο χυμός ανεβαίνει, είτε το θέλει το δέντρο είτε όχι. Πριν ακόμη γίνει καρπός, είναι ήδη δώρο. Οι ρίζες του αντλούν νερό που δεν κέρδισε, από χώμα που δεν έπλασε. Ο χυμός δεν θυμάται τη βροχή ούτε ο καρπός το κλαδί. Πέφτει όπου πέφτει· σε ευγνώμονα χέρια, σε ξερόβραχο, μέσα σε ζωές που δεν θα μάθουν ποτέ τ' όνομά του. Το δέντρο δεν ξέρει άλλον τρόπο. Ριζώνει. Υψώνεται. Αφήνει.

Η Οδός

Το κλαδί δυναμώνει εκεί που το λύγισε ο καρπός. Ό,τι δεν σηκώνει τίποτα μαραίνεται. Κάθε εποχή βυθίζει τις ρίζες βαθύτερα, προς νερό που το δέντρο δεν ήξερε πως ήταν εκεί. Έρχεται μια εποχή που δεν μένει παρά ο πυρήνας, κοιλωμένος απ' όσα έφερε. Η γλύκα ξεραίνεται σε φλούδα. Ο χυμός λιγοστεύει. Ό,τι κάποτε άνοιξε σε κλαδί τώρα λαχταρά να ξαναγίνει ξύλο. Μα οι ρίζες θυμούνται το σκοτάδι. Μέσα σ' αυτήν την ακινησία, κάποιος πεινασμένος πλησιάζει και απλώνει χέρι προς τον τελευταίο καρπό. Δεν σου μένει τίποτα. Κι όμως, ανοίγεις. Ο φλοιός σκίζεται εκεί που σπάει το κοτσάνι. Ο όρκος σου ανήκει στον σπόρο. Ποτέ στο χώμα.

Η Σκιά

Η Γενναιόδωρη πρόσφερε τους καρπούς της ελεύθερα: δίχως δισταγμό, δίχως όρους. Ζεστά χέρια υψώνονταν κάτω απ' τον καρπό της· μα πιο κάτω το χώμα δεν κρατούσε τίποτα. Κανένας σπόρος δεν ρίζωσε. Καρποφόρησε κι άλλο. Ένας νεαρός ήρθε τη χρονιά της ξηρασίας. Έτρωγε· οι ώμοι του ίσιωναν, το χρώμα του γύριζε. Τρεις εποχές έχυνε τον χυμό της σ' ένα κλαδί· σ' εκείνο που έφτανε ως αυτόν. Τ' άλλα κλαδιά λέπτυναν. Δεν το πρόσεξε. Δυνάμωσε. Ένα πρωί τον είδε να στέκεται στην άκρη της σκιάς της, γυρισμένος προς τα έξω. Έφερε έναν ακόμα καρπό, τον τελευταίο που σήκωνε το κλαδί. Έπεσε στα πόδια του. Εκείνος τον δρασκέλισε. Καρποφορεί κι άλλο. Πιο αδύναμα τώρα. Ο τελευταίος καρπός πέφτει εκεί όπου κανείς δεν θυμάται πια τ' όνομά της. Αναρωτιέται: τι έφταιγε στη γλύκα μου; Τίποτα. Κάποια χώματα είναι άγονα ό,τι κι αν πέσει. ❖ Ο Διορατικός μετρά τους δακτυλίους στο ξύλο. Καθένας θυμάται καρπό που σάπισε σε πέτρα, χέρια που πήραν και δεν κοίταξαν ποτέ ψηλά. Ορκίστηκε: η γλύκα του θα βρει χώμα που κρατάει. Έμαθε λοιπόν να διαβάζει το χώμα πριν πέσει ο καρπός. Πολύ σαθρό. Πολύ ξερό. Πολύ πρόθυμο. Κρατούσε το κλαδί και περίμενε τη βεβαιότητα. Ένα κορίτσι ήρθε τη χρονιά της ξηρασίας. Στάθηκε κάτω απ' τα κλαδιά του τρεις μέρες· χείλη σκασμένα, δίχως λέξη. Δεν άπλωσε χέρι. Περίμενε. Την τρίτη μέρα, το κλαδί λύγισε μόνο του. Ένας καρπός κρεμόταν τόσο χαμηλά που θα μπορούσε να τον πάρει. Το τράβηγμα: ο χυμός πιέζει στην άρθρωση, το ξύλο στενάζει να ξαλαφρώσει. Οι ρίζες του διαβάζουν το χώμα κάτω απ' τα πόδια της. Αμμώδες. Ρηχό. Μπορούσε να διαβάσει το χώμα. Δεν μπορούσε να διαβάσει τι θα γινόταν η πείνα. Εκείνη έφυγε το τέταρτο πρωί. Την είδε να βαδίζει ανατολικά. Χρόνια αργότερα, ένας ταξιδιώτης ξεκουράζεται στη σκιά του και μιλά για ένα περιβόλι ανατολικά· φυτεμένο, λέει, από μια γυναίκα με σκασμένα χείλη. Δεν απαντά. Πάνω του, ο καρπός εκείνου του καλοκαιριού κρέμεται ακόμα· μαυρισμένος, ένα με το κοτσάνι. Δεν ξεχωρίζει πια πού τελειώνει το κοτσάνι και πού αρχίζει αυτός. Τον φύλαξε ακέραιο, κι αυτός τον φυλάκισε. Δυτικά, η σήψη που έγινε. Ανατολικά, το περιβόλι που αρνήθηκε.

Η Τομή

Ποιον καρπό κρατάς ώσπου να σαπίσει στο κλαδί;

Προηγούμενο

Φιλότιμο

Επόμενο

Μεγαλοψυχία