Τέλος

Φτάνεις ακατέργαστο μάρμαρο, κάθε μορφή κοιμισμένη στις φλέβες σου. Το καλέμι σε τρομάζει: κάθε χτύπημα αμετάκλητο, κάθε κοψιά θάνατος κάποιου εαυτού που θα μπορούσες να γίνεις. Το πρώτο χτύπημα είναι πάντα απώλεια. Ρωγμή που δεν κλείνει. Θρύψαλα πέφτουν κι η σκόνη μένει στη γλώσσα σου. Η λεία επιφάνεια σου χάνεται. Μα βαθιά στην ωχρή πληγή, μια γραμμή αναδύεται – μια γραμμή που ήταν πάντα εκεί. Η γραμμή γίνεται άκρο, το άκρο γίνεται στάση, και η στάση γίνεται βλέμμα. Κοιτάς και το βλέμμα σε συναντά. Κόβεις την πέτρα για να βρεις αυτό που στεκόταν εκεί απ' την αρχή – περιμένοντας, όπως κι εσύ, να σε συναντήσει.